ΔΑΝΕΙΟ ΣΕ ΕΛΒΕΤΙΚΟ ΦΡΑΓΚΟ

ΔΑΝΕΙΑ ΣΕ ΕΛΒΕΤΙΚΟ ΦΡΑΓΚΟ

Πλήθος πολιτών που έχουν λάβει δάνειο σε ελβετικό φράγκο αναζητούν πλέον την δικαίωσή τους  στα Πολιτικά  Δικαστήρια της χώρας αιτούμενοι είτε την ολική ακύρωση της σύμβασης δανείου ως καταχρηστικής ή την αναγνώριση ως καταχρηστικών  επιμέρους όρων  της δανειακής σύμβασης και την αποπληρωμή του δανείου με την αρχική ισοτιμία.

Υπήρξε πληθώρα  δικαστικών αποφάσεων που αναγνώρισαν την ακυρότητα επιμέρους όρων των δανεικών συμβάσεων και ο δανειολήπτης καλείτο να αποπληρώσει το δάνειο με βάση την αρχική ισοτιμία.

Πρόσφατα το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών  ακύρωσε πλήρως  δανειακή σύμβαση σε ελβετικό φράγκο  με το αιτιολογικό ότι οι προδιατυπωμένοι από την τράπεζα δανειακοί όροι με  τους οποίους  επιρρίφθηκε στους δανειολήπτες ο συναλλαγματικός κίνδυνος  είναι αόριστοι και ασαφείς κα ως εκ τούτου άκυροι και καταχρηστικοί.

 

Ακόμα πιο πρόσφατα το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (τμήμα ασφαλιστικών  μέτρων) ανέστειλε την αναγκαστική εκτέλεση  που επισπεύδετο βάσει διαταγής πληρωμής  κατόπιν της καταγγελίας από την τράπεζα δανειακής σύμβασης σε ελβετικό φράγκο δεχόμενο  εν ολίγοις  τα κάτωθι:

–  ότι οι δανειολήπτες συνήψαν σύμβαση στεγαστικού δανείου σε ελβετικό φράγκο  κατόπιν προτροπής της τράπεζας να συνάψουν στεγαστικό δάνειο με επιτόκιο Libor ελβετικού φράγκου, προβάλλοντας τα πλεονεκτήματα της σχετικά σταθερής συναλλαγματικής ισοτιμίας των δύο νομισμάτων (ευρώ-ελβετικό φράγκο)  τα τελευταία χρόνια  και του οφέλους από το χαμηλότερο επιτόκιο, το οποίο η τράπεζα διαβεβαίωνε ότι θα εξακολουθήσει να υφίσταται χωρίς να ενημερώσει επαρκώς και εμπεριστατωμένως τους δανειολήπτες  για τις επιπτώσεις που θα είχε στις υποχρεώσεις που ανέλαβαν με το δάνειο ενδεχόμενη σοβαρή υποτίμηση του ευρώ και τυχόν αύξηση του επιτοκίου του ελβετικού φράγκου, κυρίως  όμως για την αντιστάθμιση του συναλλαγματικού κινδύνου, μέσω αγοράς κάποιου ασφαλιστικού  προγράμματος συναλλαγματικής προστασίας από αυτά που ήταν τότε διαθέσιμα.

–  ότι στην σύμβαση συνομολογήθηκε ότι  ο  όρος σύμφωνα με  τον οποίο σε περίπτωση καταγγελίας η τράπεζα δικαιούται αλλά δεν υποχρεούται να μετατρέψει το σύνολο της ληξιπρόθεσμης οφειλής από ελβετικά φράγκα σε ευρώ υπολογίζοντας τη μετατροπή αυτή  με την τιμή αγοράς των ελβετικών φράγκων που  θα ισχύει κατά την ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης σύμφωνα με το ημερήσιο δελτίο συναλλάγματος της τράπεζας, εκείνης της ημέρας, όρος με τον οποίο η τράπεζα επέρριπτε τον κίνδυνο της αλλαγής της συναλλαγματικής ισοτιμίας στους δανειολήπτες  χωρίς, όπως πιθανολογήθηκε,  να τους ενημερώσει , όπως ήταν υποχρεωμένη  για τον   κίνδυνο που θα επαγόταν  ενδεχόμενη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας και να τους διαφωτίσει  ως προς τις συνέπειες τέτοιας διακύμανσης.

– ότι  ο προαναφερόμενος -προδιατυπωμένος  από την τράπεζα και περιλαμβανόμενος στους ΓΟΣ- όρος με τον οποίο επιρρίφθηκε στους δανειολήπτες ο συναλλαγματικός κίνδυνος είναι αόριστος και ασαφής  και ως εκ τούτου καταχρηστικός και άκυρος, αφού με αυτόν παραβιάσθηκε  από την τράπεζα, η υποχρέωση σαφήνειας και διαφάνειας των γ.ο.σ. που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν, ως προς την ενημέρωση του αλλά διαθέτων τη μέση αντίληψη, κατά τον σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει, ιδίως δε όσον αφορά στη σχέση παροχής και αντιπαροχής.

–  ότι  με την ως άνω ρήτρα δεν παρουσιάζονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων στη σύμβαση, αφού δεν διατυπώνεται ευκρινώς, ο τρόπος λειτουργίας της συναλλαγματικής ισοτιμίας, η μέθοδος και οι ιδιαιτερότητες του μηχανισμού μετατροπής του εγχώριου νομίσματος, σε ξένο νόμισμα, καθώς επίσης και η σχέση μεταξύ του μηχανισμού αυτού και των τυχόν άλλων που προβλέπουν έτερες ρήτρες, σχετικά με την αποδέσμευση και την αποπληρωμή του δανείου, ούτως ώστε ο καταναλωτής να γνωρίζει εκ των προτέρων τις συμβατικές δεσμεύσεις που ανέλαβε.

– ότι η ακυρότητα του όρου αυτού συμπαρασύρει σε ακυρότητα ολόκληρη τη δικαιοπραξία κατά τη διάταξη του άρθρου 181 ΑΚ, αφού εκτιμάται ότι τα μέρη δεν θα επιχειρούσαν τη δικαιοπραξία, χωρίς το άκυρο μέρος, αλλά αντίθετα απέβλεπαν σε αυτή ως ενιαίο και αδιάσπαστο σύνολο.

 

Με βάση αυτά το Δικαστήριο  κατόπιν της εμπρόθεσμης και νόμιμης ανακοπής των δανειοληπτών πιθανολογώντας την ευδοκίμηση  του λόγου της ανακοπής περί ακυρότητας της σύμβασης  ανέστειλε την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής που εξεδόθη από την τράπεζα κατά των δανειοληπτών μετά την καταγγελία της δανειακής σύμβασης.