ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΑ ΑΠΟΚΤΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΑ ΑΠΟΚΤΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΔΗ ΣΤΗΝ ΑΝΕΓΕΡΣΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΜΕ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΙΚΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΙ ΠΛΗΡΩΜΗ ΔΑΝΕΙΟΥ.

Στην υποθεση αυτή που δίκασε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου, οι αντίδικοι, δίνονται χαρακτηριστικά παραδείγματα γιά το πως υπολογίζεται η συμμετοχή των συζύγων στα αποκτήματα του γάμου.

Στην εν λόγω περίπτωση το διαζύγιο εξεδόθη το 2007. Κατά την τέλεση του γάμου η εναγόμενη δεν είχε περιουσιακά στοιχεία. Το έτος 1982, με προικοδοτήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ιωάννη – Κιράνη, νόμιμα μεταγεγραμμένο .. η εναγομένη απέκτησε οικόπεδο, πρώην ερειπωθείσα οικία, στη θέση Σπηλιές της πόλης της Σάμου, στο με αριθμό 85 οικοδομικό τετράγωνο, εμβαδού 102,80 τ.μ.. Οι διάδικοι ακολούθως συναποφάσισαν να χτίσουν στο οικόπεδο αυτό κατοικία προκειμένου να εγκατασταθούν μόνιμα στη Σάμο.

Προς τούτο αφού έγιναν οι αναγκαίες ενέργειες ελήφθη η υπ` αριθμ. 8/1986 ΤΠ 5242/22.11.1985 άδεια οικοδομής της Πολεοδομίας Σάμου και ξεκίνησε αμέσως μετά την επίλυση δικαστικής διαφοράς με όμορη ιδιοκτήτρια η ανέγερση οικοδομής, η οποία θα περιελάμβανε υπόγειο 47 τ.μ., διαμέρισμα πρώτου ορόφου επιφάνειας 77,60 τ.μ., διαμέρισμα α` όροφο 77,60 τ.μ. και δώμα 12 τ.μ.. Η δαπάνη για την έκδοση της αδείας αυτής ανήλθε στο ποσό των 4000 ευρώ περίπου. Τελικώς από τα προβλεπόμενα στην οικοδομική άδεια αποπερατώθηκε, πριν τη διάσταση των διαδίκων, το υπόγειο διαμέρισμα επιφάνειας 47.02 τ.μ. όπου και διέμενε το ζεύγος των διαδίκων μέχρι το χωρισμό τους. Για την ανέγερση του διαμερίσματος αυτού, το οποίο ήταν μία μέτρια κατασκευή σύγχρονης κατοικίας χωρίς να γίνουν ιδιαίτερες και πολυτελείς δαπάνες, αποδεικνύεται ότι δαπανήθηκε το ποσό των 20.000 ευρώ περίπου.

Επίσης κατασκευάστηκε το διαμέρισμα του ισογείου, επιφανείας 77,60 τμ. το οποίο έφθασε μέχρι το στάδιο των δαπέδων, για την κατασκευή του οποίου δαπανήθηκε το ποσό των 55.000 ευρώ περίπου. Δεν αποδεικνύεται ότι έγινε κάτι άλλο από τα προβλεπόμενα στην οικοδομική άδεια (δεν αποδεικνύεται ότι έγινε πράγματι ο φέρων οργανισμός του Α ορόφου και το δώμα, τα οποία παραμένουν μελλόκτιστα και συνεπώς ουδεμία επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης επήλθε λόγω τέτοιων κατασκευών, διαρκούντος του γάμου των διαδίκων). Έτσι η όποια αύξηση του ενεργητικού της περιουσίας της εναγομένης περιορίζεται στις παραπάνω κατασκευές του υπογείου και ισογείου, καθώς και στη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου για την οποία δαπανήθηκε ποσό 3000 ευρώ. Η αξία που προσέδωσαν οι κατασκευές αυτές στο ακίνητο της εναγομένης, από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν, το συνολικό ύψος των δανείων που ελήφθησαν και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής αποδεικνύεται ότι ανέρχεται για μεν την κατασκευή του διαμερίσματος του υπογείου στο ποσό των 20.000 ευρώ για δε την κατασκευή του ημιτελούς διαμερίσματος του ισογείου ορόφου στο ποσό των 60.000 ευρώ και για τις λοιπές εργασίες διαμόρφωσης περιβάλλοντος χώρου 4.000 ευρώ, ήτοι συνολικά η επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της αγωγής, αντιστοιχούσα στην αξία που προσδόθηκε στο ακίνητο της από την κατασκευή των παραπάνω κτισμάτων αποτιμάται στο συνολικό ποσό των 84.000 ευρώ. Ο ενάγων για την ανέγερση των παραπάνω τεκμαίρεται εκ του νόμου ότι συνέβαλε κατά το 1/3 δια εισοδημάτων από την εργασία του ως μηχανικός στα πλοία και στο Νεώριο της Σύρου και από τις συντάξεις που ελάμβανε από το NAT το ΙΚΑ και το Επικουρικό Ταμείο Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου, ενώ προσέφερε και με τις προσωπικές του υπηρεσίες επιβλέποντας ο ίδιος προσωπικά την ανέγερση αυτών, επιμελούμενος ως κύριος του έργου για το σύνολο των ζητημάτων που άπτονταν της κατασκευής. Ο ενάγων ειδικότερα εργαζόταν ως μηχανικός σε πλοία από το γάμο τους μέχρι το 1969, κατόπιν δε εργατικού ατυχήματος το έτος 1969 έλαβε από το έτος 1972 σύνταξη από το NAT ύψους τότε 5444 δραχμών μηνιαίως και εργαζόταν στο Νεώριο της Σύρου, διδάσκοντας μαθητές της Ναυτικής Σχολής. Έλαβε για το λόγο τούτο και δεύτερη σύνταξη από το Επικουρικό Ταμείο Εργατοϋπαλλήλων μετάλλου, αρχικά προσωρινά και αργότερα οριστικά και συγκεκριμένα από 2-11-1987 μέχρι 31- 12-1987 18.350 δραχμές από 1-1-1988 μέχρι 31-10-1989 20.550 δραχμές, από 1-11-1992 σύνταξη νόσου με βασικό ποσό 16614 δραχμές και εφάπαξ βοήθημα 299.052 δραχμές.

Εξάλλου από το 1963 μέχρι το 1977 ο ενάγων ήταν ο μόνος που εργαζόταν στην οικογένεια και από τα εισοδήματα του και μόνο διαβιούσαν. Κατά τον χρόνο έναρξης της διάστασης οι διάδικοι είχαν ισάξια εισοδήματα περί τα 4.500.000 δραχμές ο καθένας. Ο ενάγων από τα εισοδήματα που είχε από την εργασία του συνέβαλε στην αποπληρωμή των δανείων, που ελήφθησαν για την αποπεράτωση των παραπάνω κτισμάτων Γ. συνολικού ποσού 28.788.259 δραχμών ή 84.484,986 ευρώ και συγκεκριμένα τα παρακάτω : α) Δάνειο χρηματικού ποσού 1.100.000 δραχμών από τον ΑΟΕΚ β) Δάνειο χρηματικού ποσού 5.607.522 δραχμών για την αποπεράτωση των οριζοντίων ιδιοκτησιών από την ……………………… της Ελλάδος Α.Ε. γ) Δάνειο χρηματικού ποσού 5.480.737 δραχμών για την αποπεράτωση των οριζοντίων ιδιοκτησιών από την ……………………… της …………….. Α.Ε. δ) Δάνειο χρηματικού ποσού 8.600.000 δραχμών για την αποπεράτωση των οριζοντίων ιδιοκτησιών από την …………………………………. Α.Ε. Δάνειο χρηματικού ποσού 8.000.000 δραχμών για την αποπεράτωση των οριζοντίων ιδιοκτησιών από την ……………Α.Ε.

Έτσι έλαβε επ` ονόματι της προς ανέγερση των οριζοντίων ιδιοκτησιών δάνεια που ανέρχονται στο χρηματικό ποσό των 28.788.259 δραχμών ή 84.484,986 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί τόσο στη δαπάνη ανέγερσης, όσο και στην πραγματική αξία που προσέδωσαν τα κτίσματα που ανεγέρθηκαν στο οικόπεδο της εναγομένης με τιμές αναγόμενες στο χρόνο άσκησης της αγωγής.

Επισημαίνεται ότι η αξία αυτή δεν αποδεικνύεται ότι αυξήθηκε από την έναρξη της διάστασης μέχρι και το χρόνο άσκησης της αγωγής. Η εναγομένη εργαζόταν από το 1977 στο Νοσοκομείο της Σύρου και έκτοτε είχε εισοδήματα από την εργασίας της, ύψους με τιμές αναγόμενες στο χρόνο άσκησης της αγωγής περί τα 900 ευρώ μηνιαίως, μέρος των οποίων μετά από αφαίρεση ποσού που κατευθυνόταν στην αναλογική προς τις δυνάμεις της κάλυψη των οικογενειακών αναγκών στην ανέγερση της οικοδομής είτε μεσα είτε δια της αποπληρωμής μέρους των δόσεων των παραπάνω δανείων.

Επίσης εισέφερε και την προσωπική της εργασία στον συζυγικό οίκο η οποία κατά το μέρος επίσης που υπερέβαινε την υποχρέωση της για συνεισφορά αποτελούσε συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας της. Ωστόσο, η εναγόμενη η οποία φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης, δεν κατάφερε να ανατρέψει το τεκμαιρόμενο από το νόμο ποσοστό της συμβολής του ενάγοντος κατά το 1/3, αφού τα εισοδήματα που αναφέρει ότι είχε από την εργασία της, και αποδεικνύονται κατά τα ανωτέρω και οι αποτιμώμενες σε χρήμα υπηρεσίες της, οι οποίες σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε κατά ποίο ποσοστό υπερβαίνουν την παραπάνω υποχρέωση της για αναλογική της συμβολή στις οικογενειακές δαπάνες, δεν επαρκούν για την κάλυψη της δαπάνης ανέγερσης των κτισμάτων αυτών, και για την πληρωμή των δόσεων των στεγαστικών δανείων που έλαβε για το σκοπό αυτό, με δεδομένο ότι μέρος των εισοδημάτων της αναλογικά κατευθυνόταν υποχρεωτικά στην κάλυψη των δαπανών της πενταμελούς οικογενείας της, η οποία με δεδομένο ότι και τα τρία τέκνα των διαδίκων πραγματοποίησαν σπουδές, ήταν σημαντικού ύψους, ώστε να μην καταλείπονται στην εναγόμενη ιδιαίτερα περιθώρια αποταμίευσης και διοχέτευσης επαρκών χρηματικών μέσων για τη χρηματοδότηση της ανέγερσης. Ειδικότερα δε δεν είναι δυνατόν δια των αποδειχθέντων αυτής παραπάνω εισοδημάτων και παροχών που δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί κατά ποιο μέρος τους, αφού αποτιμηθούν σε χρήμα υπερβαίνουν την υποχρέωση της για συμμετοχή στις ανάγκες της οικογένειας, να ανατραπεί η τεκμαιρόμενη κατά το 1/3 συμμετοχή του ενάγοντος στην ανέγερση της οικοδομής της.

Από τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 του ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του Ν 1329/1983, σε συνδυασμό με το άρθρο 216 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής συμμετοχής στα αποκτήματα είναι α) η λύση του γάμου ή, κατ` ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεων των συζύγων Β) η αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου και γ) η συμβολή του ενάγοντος συζύγου στην αύξηση, με οποιοδήποτε τρόπο, της περιουσίας του υπόχρεου. Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενα σε τιμές του χρόνου ασκήσεως της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Η συμβολή δε του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών. Έτσι είναι αναγκαία η χρηματική αποτίμηση στην αγωγή των υπηρεσιών αυτών, μόνο κατά το μέρος που αυτές υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες. Πιο συγκεκριμένα, δεν αρκεί μόνον η αναφορά του ποσού που συνεισέφερε ο ενάγων και η εν χρήμα αποτίμηση των παραπάνω υπηρεσιών, αλλά πρέπει να καθορίζεται στο αγωγικό δικόγραφο και το ποσό το οποίο όφειλε αυτός, με βάση τις δυνάμεις του, να συνεισφέρει στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών (άρθρο 1389 του ΑΚ), αφού οι χρηματικές παροχές και οι υπηρεσίες του, μόνον κατά το μέρος που υπερβαίνουν το ποσό της οφειλόμενης συνεισφοράς του, συνιστούν συμβολή στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου συζύγου και παρέχουν δικαίωμα αποδόσεως και όχι στο σύνολο τους. Όταν όμως ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, υπό την προϋπόθεση βέβαια της επικλήσεως και αποδείξεως τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου. Εξ άλλου ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να προβάλλει μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή.