FRANCHISING – ΕΜΠΟΡΙΚΟΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΙ – ΔΙΑΝΟΜΕΙΣ – ΔΙΚΑΙΟ ΤΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ

Το δικηγορικό μας γραφείο λόγω της εξειδίκευσής του σε θέματα εμπορικών αντιπροσώπων – διανομέων και δικαιοδόχων, έχει δημιουργήσει εξειδικευμένο ιστότοπο για αυτά τα θέματα που μπορείτε να επισκεφθείτε στο : www.δικηγοροσεμπορων.gr

ΟΙ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΠΟΥ ΠΑΡΕΧΕΙ ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΜΑΣ ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ – FRANCHISING – ΕΜΠΟΡΙΚΟΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΙ – ΔΙΑΝΟΜΕΙΣ – ΔΙΚΑΙΟ ΤΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ.

Το γραφείο μας έχει χειριστεί πλήθος εμπορικών υποθέσεων τόσο σε συμβουλευτικό όσο και σε δικαστηριακό επίπεδο.

Χαρακτηριστικά αναφέρουμε τις εξής υπηρεσίες που παρέχουμε:

Πλήρη νομική υποστήριξη για τη σύναψη συμβάσεων εμπορικής αντιπροσωπείας.

Το γραφείο μας έχει χειριστεί πλήθος υποθέσεων αποζημίωσης πελατείας των εμπορικών αντιπροσώπων μετά τη διακοπή της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας.

Το Π.Δ. 219/1991 στη διάταξη του άρθρου 9 προβλέπει, πέραν του δικαιώματος αποζημίωσης πελατείας του εμπορικού αντιπροσώπου, σωρευτικώς, και δικαίωμα ανόρθωσης κάθε άλλης ζημίας (θετικής ή αποθετικής-διαφυγόντα κέρδη) την οποία υπέστη, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, στον οποίο ρητώς παραπέμπει το εν λόγω άρθρο. Ενδεικτικώς αναφέρονται οι διατάξεις του Α.Κ. για την αδικοπρακτική ευθύνη και την ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις (914 επ, 297, 298 Α.Κ).

Σημειωτέον οι ρυθμίσεις που προβλέπονται από το ως άνω προεδρικό διάταγμα εφαρμόζονται αναλογικά και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ο αποκλειστικός διανομέας και όχι μόνο ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται και την αποζημίωση πελατείας και τις πρόσθετες αποζημιώσεις του Αστικού Κώδικα.

Πλήρη νομική υποστήριξη για την ίδρυση και οργάνωση εμπορικού δικτύου διανομέων και franchising.

Το γραφείο μας έχει αναλάβει την πλήρη νομική υποστήριξη για την ανάπτυξη δικτύου franchising σε προϊόντα και υπηρεσίες σταθερής και κινητής τηλεφωνίας, εστίασης και γρήγορου φαγητού ( fast food), ρούχων και αξεσουάρ, convenience stores, δικτύου κομμωτηρίων και spa, τεχνικών υπηρεσιών και σε πολλούς άλλους τομείς.

Η υποστήριξή μας περιλαμβάνει την παροχή συμβουλών για το ισχύον νομικό πλαίσιο στην Ελλάδα και τις απαιτήσεις της Επιτροπής Ανταγωνισμού, την λήψη των απαραίτητων διοικητικών αδειών, την σύνταξη της master agreement, την υποβολή της στο Υπουργείο Εμπορείο, τη νομική αξιολόγηση και έλεγχο των υποψήφιων δικαιοδόχων, τις υποστηρικτικές συμβάσεις του δικαιοπαρόχου, τις μισθωτικές συμβάσεις για την ίδρυση των καταστημάτων και κάθε άλλη συναφή ανάγκη.

Εκπροσώπηση πελατών στα εθνικά δικαστήρια για υποθέσεις εμπορικού δικαίου ( βλέπετε τμήμα – εμπορικής αντιδικίας ).

Εκπροσώπηση ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού όσο και ενώπιον των Δικαστηρίων σχετικά με παραβάσεις του δικαίου του ελεύθερου και του αθέμιτου ανταγωνισμού, όπως υποθέσεις σε σχέση με κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης υποθέσεις παράλληλου εμπορίου, αθέμιτου ανταγωνισμού, προσβολής σήματος.

Χαρακτηριστικές υποθέσεις του γραφείου μας στο πεδίο του εμπορικού δικαίου.

Υπόθεση εμπορικού αντιπροσώπου κατά μεγάλης εταιρίας κινητής τηλεφωνίας. Η δικηγορική μας εταιρία στην εν λόγω υπόθεση υπερασπίστηκε την εταιρία κινητής τηλεφωνίας. Με την εν λόγω αγωγή ο εμπορικός αντιπρόσωπος ζητούσε από την εταιρία ως διαφυγόντα κέρδη, δεδουλευμένες αμοιβές- προμήθειες και αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης της εταιρίας.

Ο εν λόγω αντιπρόσωπος είχε σύμβαση “authorized dealer agreement”. Με την ως άνω αγωγή ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατηγορούσε την εναγόμενη εταιρία κινητήςτηλεφωνίας για καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης που είχε για ανταγωνισμό του εμπορικού αντιπροσώπου λόγω ανάπτυξης δικού της δικτύου πωλήσεων και για διακριτική εις βάρος της μεταχείριση εφόσον ισχυριζόταν ότι προέβη σε συνεργασίες με άλλες εταιρίες με ευνοϊκότερους όρους από αυτούς που έδινε σε αυτή. Το σημαντικό πραγματικό και νομικό θέμα που ετέθη στην εν λόγω αντιδικία ήταν η ξαφνική αλλαγή της εμπορικής πολιτικής της εταιρίας κινητήςτηλεφωνίας με την οποία μείωνε δραστικά τις επιδοτήσεις συσκευών που έδινε μέχρι τότε καθώς και διάφορες άλλες αμοιβές.

Ο δικηγόρος Στέφανος Οικονόμου που χειρίστηκε την υπόθεση κατάφερε μία εξαιρετικά ευνοϊκή έκβαση της υποθέσεως. Συγκεκριμένα το δικαστήριο δέχθηκε:

Με τη σύμβαση αυτή η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να ενεργεί στο χώρο της κινητής τηλεφωνίας αποκλειστικά ως κύριος αντιπρόσωπος της εναγομένης. Η δε εναγομένη διατήρησε το δικαίωμα να καθορίζει μόνη της της εμπορική της πολιτική, πλην όμως δεσμεύτηκε να επιδιώκει έμπρακτα την ανταγωνιστικότητα των προϊόντων της, καθώς και την αύξηση των πωλήσεων των προϊόντων και υπηρεσιών της στην Ελληνική αγορά.

Η ενάγουσα ανέλαβε τη δέσμευση να εξακολουθήσει να πωλεί μέσω του υπαρχόντος τότε και του μελλοντικού δικτύου καταστημάτων της, αποκλειστικά τα προϊόντα και τις υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας της εναγομένης και για’ αυτή τη δέσμευσή της η εναγομένη ανέλαβε να της χορηγήσει τα ακόλουθα ανταλλάγματα 1) να εφαρμόζει γι’ αυτή (ενάγουσα), για όλη τη διάρκεια της μεταξύ τους σύμβασης, την ίδια εμπορική πολιτική, που θα ίσχυε κάθε φορά για τους λοιπούς κυρίους αντιπροσώπους της 2) να καταβάλει στην ενάγουσα κατά τα έτη 1999, 2000 και 2001 το ποσό των 200.000.000 δραχμών, για κάθε έτος, ως συνεισφορά στις δαπάνες διαφήμισης των προϊόντων της, κατ’ αναλογία με την επίτευξη του ετήσιου στόχου των καθαρών πωλήσεων που ορίστηκε με τη σύμβαση αυτή και αναφέρεται πιο πάνω και 3) να συμβάλει στην ανάπτυξη πενήντα (50) νέων καταστημάτων της εναγομένης, ύστερα από σχετική έγκρισή της για την τοποθεσία και την μελέτη κατασκευής τους, με το ποσό των 100.000.000 δραχμών για καθένα κατάστημα. Με βάση τον τελευταίο αυτό όρο της σύμβασης η ενάγουσα ανέπτυξε γρήγορα τον αριθμό των καταστημάτων της και έτσι κατά το τέλος του έτους 2000 διατηρούσε ένα δίκτυο πενήντα πέντε (55) καταστημάτων της σε όλη σχεδόν την επικράτεια.

Κατά το έτος 2000 η ενάγουσα ασχολήθηκε, όπως εκτίθεται και πιο πάνω, κει με πωλήσεις νέων συνδέσεων καρτοκινητών με το δίκτυο της εναγομένης. Τις τηλεφωνικές συσκευές για τις συνδέσεις αυτές είχε υποχρέωση να αγοράζει αποκλειστικά από την εναγομένη. Η τελευταία δεν ήταν παραγωγός των συσκευών αυτών, αλλά τις αγόραζε από τις διάφορες βιομηχανίες κατασκευής τους ή εταιρείες εμπορίας τέτοιων συσκευών. Για το λόγο αυτό, για να μπορεί να προγραμματίζει έγκαιρα τις παραγγελίες αγορών και την παραλαβή των συσκευών αυτών, η ενάγουσα είχε υποχρέωση, βάσει των όρων των μεταξύ τους συμφωνιών, να υποβάλει στην εναγόμενη για κάθε ετήσια περίοδο πρόβλεψη των αγορών, την οποία μπορούσε να τροποποιήσει σε τρίμηνη βάση. Η πρόβλεψη αυτή δεν ήταν δεσμευτική για την ενάγουσα, πλην όμως η τελευταία έπρεπε να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να είναι κατά το δυνατό αξιόπιστη. Η ενάγουσα δεν υπέβαλε στην εναγομένη πρόβλεψη των αναγκών της σε καρτοκινητά για το Δ’ τρίμηνο του 2000.

Η εναγομένη εκτέλεσε μέρος των παραγγελιών αυτών μέχρι το τέλος του 2000 και συγκεκριμένα πώλησε και παρέδωσε στην ενάγουσα 2150 συσκευές καρτοκινητών και έτσι έμεινε ανεκτέλεστο το υπόλοιπο των παραγγελιών, που αφορούσαν 23.090 τέτοιες συσκευές. Η μη εκτέλεση των παραγγελιών αυτών δεν οφείλεται σε πταίσμα των αρμοδίων οργάνων και υπαλλήλων της εναγομένης. Ειδικότερα η τελευταία, λόγω της παράλειψης της ενάγουσας να υποβάλει πρόβλεψη των αναγκών της σε συσκευές καρτοκινητών για το Δ’ τρίμηνο του 2000, δεν είχε στο τέλος Οκτωβρίου αυτού του έτους διαθέσιμα αποθέματα των τύπων (μοντέλων) των καρτοκινητών που παράγγειλε η ενάγουσα. Οι δε αντιπρόσωποι, στην Ελλάδα των εταιρειών κατασκευής τους, δεν ήταν σε θέση να εκτελέσουν αυτές τις πολύ μεγάλες παραγγελίες σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα.

Όπως αναφέρεται και πιο πάνω η ενάγουσα είχε αναλάβει την υποχρέωση να πωλεί αποκλειστικά και μόνο τα προϊόντα και τις υπηρεσίες της εναγομένης και για το λόγο αυτό η τελευταία είχε αναλάβει τη δέσμευση να εφαρμόζει γι’ αυτή (ενάγουσα), για όλη τη διάρκεια της μεταξύ τους σύμβασης, την ίδια εμπορική πολιτική, της οποία εφάρμοζε και για τους λοιπούς κυρίους αντιπροσώπους της. Στη δέσμευση αυτή της εναγομένης περιλαμβάνεται και η υποχρέωσή της να υπολογίζει την αμοιβή της ενάγουσας επί των εν λόγω εσόδων της, κατ’ ελάχιστο, με τον ίδιο τρόπο και το ίδιο ποσοστό, που θα υπολόγιζε την αντίστοιχη αμοιβή των άλλων κύριων αντιπροσώπων της. Η δέσμευση αυτή της εναγομένης ισχύει αναμφίβολα μόνο όταν ο τρόπος άσκησης των δραστηριοτήτων της της ενάγουσας συμπίπτει με εκείνον τον τρόπο που ασκούν τις δραστηριότητές τους οι άλλοι κύριοι αντιπρόσωποι της εναγομένης ή κάποιοι από αυτούς, αφού μόνο τότε μπορεί να γίνει η απαραίτητη σύγκριση. Αντίθετα δεν ισχύει όταν η άσκηση των δραστηριοτήτων τους είναι παντελώς διάφοροι. Η εναγόμενη είχε επίσης αναλάβει την υποχρέωση να καλύψει στο σύνολο ή κατά ένα μέρος κατά περίπτωση, τις δαπάνες της ενάγουσας για τη διαμόρφωση και την οργάνωση των νέων καταστημάτων της ενάγουσας. Σε εκτέλεση της δέσμευσής της αυτής κατέβαλε στην ενάγουσα, κατά μεν το έτος 1998 126.765.747 δραχμές, για δε τα έτη 1999 και 2000 500.000.000 δραχμές. Το φθινόπωρο του έτους 1998 η εναγομένη συνήψε με την ανώνυμη εταιρεία   με την οποία όρισε την τελευταία κύριο αντιπρόσωπό της σε όλη την επικράτεια. Η σύμβαση αυτή ίσχυσε έκτοτε τουλάχιστον μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου 2000. Κατά τη χρονική αυτή περίοδο η αμοιβή της ανώνυμης εταιρείας, επί των εσόδων της εναγομένης από τους ενεργούς συνδρομητές της, οι οποίοι είχαν συνάψει τις συμβάσεις σύνδεσης με τη δική της μεσολάβηση, υπολογίστηκε με ποσοστό 15%. Δηλαδή σημαντικά μεγαλύτερο του 10%, με το οποίο υπολογίστηκε την ίδια χρονική περίοδο η όμοια αμοιβή της ενάγουσας. Όμως ο τρόπος που ασκούσε τις δραστηριότητές της η ανώνυμη εταιρείαείναι παντελώς διάφορος του τρόπου, με τον οποίο ασκούσε τις δραστηριότητες τις η ενάγουσα. Ειδικότερα η ανώνυμη εταιρεία  α) ήταν κύριος, πλην όμως όχι αποκλειστικός αντιπρόσωπος της εναγομένης, αφού ενεργούσε παράλληλα και ως κύριος αντιπρόσωπος της COSMOTE και β) ασκούσε τις δραστηριότητες σε δίκτυο καταστημάτων της, που είχε ήδη διαμορφώσει και οργανώσει με αποκλειστικά δικές της δαπάνες, ενώ τις αντίστοιχες δαπάνες της ενάγουσας είχε καλύψει η εναγομένη τουλάχιστον κατά το ποσό των 626.765.747 (126.765.747+ 5000.000.000) δραχμών. Για’ αυτό και η ενάγουσα δεν έχει δικαίωμα να υπολογιστεί η αμοιβή ης επί των εν λόγω εσόδων της εναγομένης με ποσοστό 15% με το οποίο υπολογίστηκε η αντίστοιχη αμοιβή της ανώνυμης εταιρείας.

Στην ίδια σύμβαση προβλέπεται περαιτέρω, ότι, αν οι νέοι συνδρομητές δεν παραμείνουν ενεργοί και αξιόχρεοι για ελάχιστη χρονική περίοδο 1814 συνεχών ημερών από την ημερομηνία της αρχικής ενεργοποίησης, σύμφωνα με τους κανόνες και τις διαδικασίες που η εναγομένη κοινοποιεί περιοδικά στην ενάγουσα, τότε θα επιστρέφεται στην εναγομένη, με χρέωση του λογαριασμού της ενάγουσας, κατά 100%, το ποσό της βασικής επιδότησης, του κινήτρου τρόπου πληρωμής, εάν συντρέχει και οποιονδήποτε άλλων προωθητικών ποσών. Ο τελευταίος αυτός όρος της σύμβασης είναι φανερά αντίθετος στα χρηστά συναλλακτικά ήθη κατά τη γενική αντίληψη του μέσου κοινωνικού ανθρώπου που σκέπτεται με φρόνηση και χρηστότητα και γι’ αυτό είναι άκυρος. Τούτο διότι, μολονότι το ποσό των επιδοτήσεων είχε τελικούς αποδέκτες τους αγοραστές των νέων συνδέσεων, για τους λόγους που εκτίθενται πιο πάνω, με στόχο την αύξηση των νέων συνδέσεων και του αριθμού των ενεργών συνδρομητών της εναγομένης και η ενάγουσα, με την πώληση των κινητών τηλεφώνων στους νέους συνδρομητές, σε τιμές μειωμένες κατά το ποσό των επιδοτήσεων, δεν είχε τη δυνατότητα να στραφεί εναντίον τους και να ζητήσει την καταβολή συμπληρωματικού τιμήματος, η εναγομένη μετακυλύει με τον τρόπο αυτό στην ενάγουσα τον επιχειρηματικό κίνδυνο που είχε αναλάβει στα πλαίσια της εμπορικής της πολιτικής, την οποία είχε ορίσει μονομερώς, από τη τυχόν αφερεγγυότητα των νέων συνδρομητών ή τη διακοπή της σύνδεσής τους μέσα στις πρώτες 181 ημέρες από την ημερομηνία ενεργοποίησης της κάθε σύνδεσης.

Η ρυθμιζόμενη δια της παραπάνω ρήτρας επιστροφή της αρχικής προμήθειας ενεργοποίησης, που η εναγόμενη κάθε φορά καταβάλει, στην περίπτωση που οσυνδρομητής δεν παραμείνει ενεργός και αξιόχρεος για ελάχιστη περίοδο 181 ημερών, από την ημερομηνία της αρχικής ενεργοποίησης, καθώς, επίσης, και οι επιβαλλόμενες στα πλαίσια της εμπορικής πολιτικής της εναγομένης, που είχε συμβατικά το δικαίωμα η τελευταία να προσδιορίζει και να τροποποιεί, χρεώσεις στην περίπτωση αλλαγής τρόπου πληρωμής του συνδρομητή και την περίπτωση που οι συνδέσεις καταστούν εντελώς ανενεργείς, δεν είναι αντίθετες στα χρηστά ήθη. Και τούτο, διότι ούτε υπέρμετρα δεσμεύον την ελευθερία της ενάγουσας, ούτε κατ’ αυτό τον τρόπο η εναγόμενη μετακυλύει τον κίνδυνο αφερεγγυότητας των συνδρομητών στην ενάγουσα, όπως διατείνεται η τελευταία, γεγονός, άλλωστε που και να συμβαίνει δεν προσδιορίζει υπέρμετρη δέσμευση, καθόσον, στην συγκεκριμένη περίπτωση η επίτευξη κατάρτισης συμβάσεων συνδέσεων με ενεργούς και φερέγγυους συνδρομητές αποτελεί κοινό στόχο.