ΙΑΤΡΙΚΗ ΑΜΕΛΕΙΑ

Το δικηγορικό μας γραφείο έχει μακροχρόνιες συνεργασίες με φαρμακευτικές εταιρίες καθώς και με εταιρίες ιατροτεχνολογικών προιόντων και ως εκ τούτου έχει αποκτήσει ιδιαίτερη εξοικείωση και κατανόηση των ιατρικών και φαρμακευτικών θεμάτων.   

Οι δικηγόροι του γραφείου μας και κυρίως ο δικηγόρος Στέφανος Οικονόμουμε μεταπτυχιακό στο Ποινικό Δίκαιο (DEA of University of Paris ) έχουν συμβουλεύσει και εκπροσωπήσει πολλούς ιατρούς που αντιμετώπισαν κατηγορίες για ανθρωποκτονία ή σωματική βλάβη λόγω ιατρικής αμέλειας και έχει τις γνώσεις και εμπειρία για να κατανοήσει τα θέματα ιατρικής ευθύνης να βοηθήσει τον ιατρό να υπερασπιστεί τον εαυτό ενάντια σε παράλογες πολλές φορές επιθέσεις και αξιώσεις.  

Φυσικά το γραφείο μας έχει εκπροσωπήσει και ασθενείς και συγγενείς τους που λόγω κάποιου ιατρικού λάθους ή ιατρικής αμέλειας κατέληξαν ή τους δημιουργήθηκαν σοβαρά προβλήματα υγείας ή και αναπηρίες ώστε να δικαιωθούν τόσο ηθικά όσο και υλικά.  

Η υπεράσπιση τέτοιων θεμάτων απαιτεί γνώσεις και εμπειρία τόσο στο ποινικό δίκαιο όσο και στο αστικό εφόσον η ιατρική αμέλεια από την μια μεριά είναι ποινικό αδίκημα δηλαδή ανθρωποκτονία εξ αμελείας ή σωματική βλάβη από αμέλεια από την άλλη μεριά ενεργοποιεί ευθύνες αποζημίωσης των ασθενών ή των συγγενών τους από τον ιατρό και από το Νοσοκομείο.  

Πέραν αυτού όμως ο νομικός χειρισμός θεμάτων ιατρικής ευθύνης ή ιατρικής αμέλειας απαιτεί και γνώση των θεμάτων δεοντολογίας των ιατρών και δυνατότητα κατανόησης των ιατρικών θεμάτων που δεν είναι εύκολη για όσους νομικούς δεν έχουν ασχοληθεί ποτέ με παρεμφερή θέματα. Πολλές φορές δε απαιτείται και η συνεργασία με εξειδικευμένους επιστήμονες και πραγματογνώμονες εφόσον η απόδειξη της ιατρικής ευθύνης είναι τις περισσότερες φορές ιδιαίτερα δυσχερής.  

Όπως αναφέρει ο Εισαγγελέας Εφετών στην με αριθμό 208/2015 Απόφαση του Εφετείου Πατρών οι αποδεικτικές δυσχέρειες στην αναγνώριση της ευθύνης των ιατρών είναι πολλές και σοβαρές, κυρίως λόγω των αντιτιθέμενων επιστημονικών γνωμών, οι οποίες έχουν εκφρασθεί στο πλαίσιο μιας και της αυτής υπόθεσης. Έπειτα υπάρχει και η αδυναμία του ανθρώπου να συμβιβαστεί με το τυχαίο ή με την αναπόδραστη φυσική ή βιολογική αιτιότητα και να πρέπει πάντοτε να αποδώσει ευθύνη σε άνθρωπο για το οποιοδήποτε δυσάρεστο, ζημιογόνο συμβάν σε άλλον άνθρωπο. Το έργο του δικαστή εδώ είναι επίπονο και θα χρειαστεί να κινηθεί και να εργασθεί με περίσκεψη, ευθυκρισία και αντικειμενικότητα. Επιβάλλεται, ως εκ τούτου, να μην υιοθετήσει με ιδιαίτερη ευκολία ό,τι συνιστά φαινομενική επιβάρυνση για τον κατηγορούμενο αλλ’ ούτε και να παγιδευτεί στην αντίπερα όχθη, δίνοντας άφεση αμαρτιών με βάση πρόχειρες εκτιμήσεις της στιγμής. Η επιλογή της μιας ή της άλλης έγκυρης επιστημονικής γνώμης θα πρέπει να συνιστά λύση λογικά πειστική και επιστημονικά αποδεκτή προς την κατεύθυνση της ουσιαστικής αποκάλυψης της αλήθειας. Άλλως ελλοχεύει ένας διπλός κίνδυνος: είτε ο θεράπων ιατρός να αποτελεί «εν δυνάμει» κατηγορούμενο, στον οποίο (ως εξιλαστήριο θύμα πια) θα χρεώνεται κάθε βλαπτικό αποτέλεσμα, είτε βέβαια να κινείται στο ποινικό απυρόβλητο, ενόψει των επιστημονικά αντιτιθέμενων γνωμών. Πρόκειται, κατά συνέπεια, για ζήτημα που αγγίζει τις οριακές αντοχές της ποινικής απόδειξης και αποκαλύπτει το σκληρό πυρήνα του διαγνωστικού έργου του δικαστή. 

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι Ιατρική πράξη είναι αυτή η οποία έχει ως σκοπό την πρόληψη, διάγνωση και θεραπεία και αποκατάσταση της υγείας του ανθρώπου (άρθρο 1 παράγραφος 1 νόμου 3418- Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας/ 2005).  

Ακόμα κι όταν μια πράξη έχει ερευνητικό χαρακτήρα εφόσον αποσκοπεί στην ακριβέστερη διάγνωση ή στην αποκατάσταση ή και βελτίωση της υγείας των ανθρώπων και στην προαγωγή της ιατρικής επιστήμης θεωρείται και αυτή ιατρική πράξη (Ο.Α. Νόμος 3418/2005).  

Ο κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας επεκτείνει την έννοια της ιατρικής πράξης ακόμα και στην συνταγογράφηση, ή στην εντολή για διενέργεια πάσης φύσεως παρακλινικών εξετάσεων, στην έκδοση ιατρικών πιστοποιητικών και βεβαιώσεων και στην γενική συμβουλευτική υποστήριξη του ασθενούς (Ο.Α. άρθρο 1 παράγραφος 3 Νόμος 3481/2005).  

Κατά συνέπεια όλες οι παραπάνω πράξεις στην περίπτωση που οδηγήσουν στην βλάβη της υγείας του ανθρώπου ή στο θάνατο αυτού με ιατρική ευθύνη, μπορούν να στοιχειοθετήσουν το αδίκημα της σωματικής βλάβης εξ’ αμελείας ή ακόμα και της ανθρωποκτονίας εξ’ αμελείας.   

Ο Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας προβλέπει ένα βασικό καθήκον του ιατρού το οποίο έχει μεγάλη σημασία για την περίπτωση της ιατρικής ευθύνης. Συγκεκριμένα στο άρθρο 2 παράγραφος 3 προβλέπει ότι το ιατρικό λειτούργημα ασκείται σύμφωνα με τους γενικά αποδεκτούς και ισχύοντες κανόνες της ιατρικής επιστήμης. 

Μια λανθασμένη ιατρική πράξη ή παράλειψη επισύρει τριών ειδών διαφορετικές ευθύνες για τον γιατρό. Συγκεκριμένα μπορεί να επισύρει πειθαρχική ευθύνη εφόσον η δράση του συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα σύμφωνα με τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας ή σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό κάποιου νοσοκομείου ή άλλου οργάνου, ποινική ευθύνη εφόσον παραβιάζεται μια ή περισσότερες διατάξεις του Ποινικού Κώδικα και τέλος αστική ευθύνη όταν η δράση του ιατρού προκαλεί ζημία σε τρίτο.  

 

Σύμφωνα δε με το άρθρο 11 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας «Ο ιατρός έχει καθήκον αληθείας προς τον ασθενή. Οφείλει να ενημερώνει πλήρως και κατανοητά τον ασθενή για την πραγματική κατάσταση της υγείας του, το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της προτεινόμενης ιατρικής πράξης, τις συνέπειες και τους ενδεχόμενους κινδύνους ή επιπλοκές από την εκτέλεσή της, τις εναλλακτικές προ− τάσεις, καθώς και για τον πιθανό χρόνο αποκατάστασης, έτσι ώστε ο ασθενής να μπορεί να σχηματίζει πλήρη εικόνα των ιατρικών, κοινωνικών και οικονομικών παραγόντων και συνεπειών της κατάστασής του και να προχωρεί, ανάλογα, στη λήψη αποφάσεων.» 

 

Οι ποινές που προβλέπονται σε περίπτωση θανάτου προσώπου λόγω ιατρικής ευθύνης είναι φυλάκιση μέχρι πέντε (5) έτη.  

 

Η ιατρική ευθύνη στην περίπτωση βλάβης της υγείας του ασθενούς δεν αφορά μόνο τον θεράποντα γιατρό. Είναι σύνηθες σε μια ιατρική περίπτωση η υγεία του ασθενούς να μην επαφίεται μόνο στα χέρια και τις φροντίδες του θεράποντα ιατρού πχ του χειρούργου που διενήργησε τη χειρουργική επέμβαση αλλά να εμπλέκονται και άλλοι ιατροί όπως ο αναισθησιολόγος αλλά ακόμη και οι εφημερεύοντες ιατροί στο νοσοκομείο οι οποίοι παρότι δεν είναι υπεύθυνοι για την επιτυχία της εγχείρησης εμπλέκονται στη φροντίδα του ασθενούς και την μετεγχειρητική του πορεία.  

Είναι δε δυνατόν να υπάρχει παράλληλη ευθύνη και αυτών εφόσον και αυτοί λαμβάνουν θέση εγγυητή του εννόμου αγαθού της ζωής του ασθενούς.  

 

Από την άλλη μεριά δεν μπορεί ένας γιατρός να βρεθεί κατηγορούμενος για ιατρική αμέλεια όταν προτίμησε μία συγκεκριμένη θεραπεία έναντι μίας άλλης όταν και οι δύο είναι ιατρικά δόκιμες.  

Ο ιατρός οφείλει να προβεί στην επιβεβλημένη ενέργεια για την υγεία και την προστασία της υγείας του ασθενούς. Η επιβεβλημένη ενέργεια δεν είναι μοναδική αλλά υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις οι οποίες ιατρικά θεωρούνται εξίσου δόκιμες και σύμφωνες με τους Κανόνες της Ιατρικής Επιστήμης τότε η επιλογή μίας εξ’ αυτών από τον θεράποντα ιατρό δεν μπορεί να δημιουργήσει ποινική του ευθύνη με το σκεπτικό ότι αν εφάρμοζε την άλλη εναλλακτική θεραπεία τότε ο ασθενής θα είχε σωθεί.  

Σε περίπτωση που σας απασχολεί κάποιο θέμα ιατρικής ευθύνης μην διστάσετε να επικοινωνήσετε με τον διευθυντή του γραφείου μας δικηγόρο Στέφανος Οικονόμου.