ΜΠΟΡΕΙ Η ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΑΡΧΗ ΝΑ ΚΟΙΝΟΠΟΙΕΙ ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΗΣ ΣΤΟ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟ ΜΕΣΩ E-MAIL Η ΜΕ ΣΥΣΤΗΜΕΝΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ;


Πολλές φορές τα δικαιώματα του φορολογουμένου εξαρτώνται από την άσκηση κάποιου ενδίκου μέσου, π.χ. προσφυγής κατά μιας πράξης προσδιορισμού φόρου της φορολογικής αρχής. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι κρίσιμο για το φορολογούμενο να μην απωλέσει την προθεσμία άσκησης του ενδίκου μέσου που προβλέπεται. Όταν η πράξη επιδίδεται στο φορολογούμενο με δικαστικό επιμελητή ή αστυνομικό όργανο είναι βέβαιο ότι αυτός θα λάβει γνώση και η αρχή της προθεσμίας είναι και αυτή σαφής.  

Ζητήματα όμως προκύπτουν στην πράξη όταν η φορολογική αρχή κοινοποιεί τις πράξεις της με άλλα μέσα τα οποία πολλές φορές είναι επίφοβα και δε δημιουργούν αίσθημα ασφάλειας , όπως π.χ. συστημένη επιστολή ή ηλεκτρονικό ταχυδρομείο.  

Το άρθρο 5 του Νομού 4174/2013 προβλέπει τους τρόπους με τους οποίους η φορολογική διοίκηση κοινοποιεί τις πράξεις που εκδίδει στο φορολογούμενο ή άλλο πρόσωπο. Συνοπτικά, οι τρόποι αυτοί είναι οι εξής:  

 

α/ κοινοποίηση με ηλεκτρονικό μήνυμα που μπορεί να σταλθεί στο λογαριασμό του φορολογουμένου ή του νόμιμου αντιπροσώπου του ή του φορολογικού του εκπροσώπου στο πληροφοριακό σύστημα της φορολογικής διοίκησης και μετά με ηλεκτρονική ειδοποίηση στη δηλωθείσα διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του 

 

β/ με συστημένη επιστολή στην τελευταία δηλωθείσα ταχυδρομική διεύθυνση κατοικίας ή επαγγελματικής εγκατάστασης του εν λόγω προσώπου. Η κοινοποίηση με επίδοση σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα διοικητικής δικονομίας, δηλαδή με δικαστικό επιμελητή ή με αστυνομικό όργανο, γίνεται μόνο εφόσον δεν είναι δυνατή η επίδοση με κάποιον άλλον από τους προαναφερόμενους τρόπους. Η κοινοποίηση θεωρείται νόμιμη, εφόσον γίνει στην τελευταία δηλωθείσα διεύθυνση κατοικίας ή επαγγελματικής εγκατάστασης του εν λόγω προσώπου. 

 

Έγγραφα που έχουν απλώς πληροφοριακό χαρακτήρα ή πράξεις προσδιορισμού φόρου του άρθρου 32 του ως άνω νόμου μπορούν να κοινοποιούνται με απλή επιστολή. Είναι λοιπόν προφανές, πως σε αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει κίνδυνος ο φορολογούμενος να μη λάβει ποτέ γνώση, όταν η αποστολή γίνεται  με απλό ταχυδρομείο, και ο οποιοσδήποτε μπορεί να το πάρει αντί για αυτόν ή να πεταχθεί ο φάκελος.  

Σημαντικό είναι ότι ακόμα και όταν η πράξη αποστέλλεται με συστημένη επιστολή απαιτείται να περάσει διάστημα δεκαπέντε ημερών από την ημέρα αποστολής από τη φορολογική διοίκηση, προκειμένου να θεωρηθεί ότι έχει επέλθει νομίμως η κοινοποίηση. Αυτό είναι πολύ σημαντικό για την έναρξη των προθεσμιών διότι πολλές φορές η φορολογική αρχή αποστέλλει τελευταία στιγμή πριν από τη συμπλήρωση κάποιας παραγραφής την επιστολή και η παραγραφή συμπληρώνεται πριν την παρέλευση των δεκαπέντε ημερών.  

Επίσης είναι σημαντικό ότι στις περιπτώσεις ηλεκτρονικής κοινοποίησης, σύμφωνα με τα παραπάνω, η πράξη θεωρείται πως έχει νομίμως κοινοποιηθεί μετά την παρέλευση δέκα ημερών από την ανάρτηση της στο λογαριασμό του προσώπου και την ηλεκτρονική κοινοποίηση του στη δηλωθείσα διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του, εφόσον όμως δεν προκύπτει προγενέστερος χρόνος παραλαβής της.  

Η επιστήμη έχει κριτικάρει τους παραπάνω τρόπους κοινοποίησης προς το φορολογούμενο – ιδίως όταν από τις πράξεις προκύπτουν σημαντικές υποχρεώσεις αυτού- εφόσον δεν είναι εύκολο να αποδειχθεί μετέπειτα στο δικαστήριο, σε περίπτωση δικαστικής αμφισβήτησης, το πώς, πότε και αν έλαβε γνώση ο φορολογούμενος λόγω της δυσκολίας απόδειξης της ηλεκτρονικής κοινοποίησης.   

Μάλιστα το νομικό συμβούλιο του κράτους με την υπ΄ αριθμ. 443/2000 γνωμοδότηση του έχει κάνει δεκτό πως σε περίπτωση που η κοινοποίηση γίνει ηλεκτρονικά, σύμφωνα με τον ΚΔιοικΔ, οι επιτρεπτές αποδείξεις είναι μόνο οι έγχαρτες. Αυτό μπορεί να συνεπάγεται πως στην περίπτωση που ο νόμος προβλέπει μία προθεσμία να άρχεται από την επίδοση, π.χ. στην περίπτωση άσκησης κάποιας προσφυγής, όταν η επίδοση έχει γίνει με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, το αποτέλεσμα είναι ότι η προσφυγή  στην ουσία καθίσταται απρόθεσμη εφόσον δεν μπορεί να αποδειχθεί η ημερομηνία κοινοποίησης της.