ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

1.ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 523/2017 

 

Για την επιδίκαση της αποζημίωσης αυτής το πραγματικό του άρθρου 9 του ως άνω π.δ. θέτει τρεις ισοδύναμες προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά: α) η εισφορά νέων πελατών ή η προαγωγή, σημαντικά, των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον εντολέα αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς μετά την λύση της σύμβασης και γ) η καταβολή της αποζημιώσεως να είναι “δίκαιη”, αν ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις καθεμίας συγκεκριμένης περιπτώσεως και ιδιαίτερα οι προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς. Όπως δε προκύπτει από το συνδυασμό της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 π.Δ. 219/1991, με τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 4 έως 8 και 9 παρ. 3 του ίδιου π.δ. τυπική προϋπόθεση της αποζημιώσεως πελατείας είναι η λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας. Η αξίωση αυτή αποζημιώσεως πελατείας γεννιέται κατά βάση σε κάθε περίπτωση λύσης της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και μάλιστα ανεξάρτητα από το εάν ο συγκεκριμένος κάθε φορά λόγος λύσης ρυθμίζεται από το π.δ. 219/1991 ή προκύπτει από το κοινό δίκαιο. Επομένως, παρέχεται η αξίωση αποζημίωσης πελατείας και σε περίπτωση λύσης της ορισμένου χρόνου σύμβασης αντιπροσωπείας με την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου αυτής. Η άποψη αυτή εναρμονίζεται και με το χαρακτήρα της αποζημίωσης πελατείας, ως ιδιόρρυθμης αξίωσης για αμοιβή, για τη γέννηση της οποίας δεν απαιτείται αντισυμβατική ή γενικότερα παράνομη συμπεριφορά από την πλευρά του αντιπροσωπευόμενου επιχειρηματία (ΑΠ 592/2008). Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991:  “Η αποζημίωση ή η αποκατάσταση της ζημίας, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του παρόντος δεν οφείλεται: α….β. Όταν ο εμπορικός αντιπρόσωπος καταγγέλλει τη σύμβαση, εκτός εάν η λύση αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα του αντιπροσωπευομένου…”. Από τις ανωτέρω διατάξεις ευθέως προκύπτει, ότι προϋπόθεση για την αποστέρηση του εμπορικού αντιπροσώπου από το δικαίωμα στην αποζημίωση πελατείας είναι η λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας κατόπιν καταγγελίας της από τον ίδιο τον εμπορικό αντιπρόσωπο, εκτός αν η λύση κατόπιν καταγγελίας του εμπορικού αντιπροσώπου οφείλεται σε υπαιτιότητα του αντιπροσωπευομένου, οπότε παρά το ότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατήγγειλε τη σύμβαση διατηρεί το δικαίωμα στην αποζημίωση πελατείας. Αυτονόητο είναι, ότι η εν λόγω ρύθμιση δεν αφορά την διαφορετική περίπτωση λύσης της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας που επέρχεται με την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου αυτής, οπότε δεν τίθεται από το νόμο, ως προϋπόθεση του σχετικού δικαιώματος του εμπορικού αντιπροσώπου, η υπαιτιότητα του αντιπροσωπευομένου. 

 

2.ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 355/2015 

 

Ναι μεν δεν είναι δυνατή η ευθεία εφαρμογή στις συμβάσεις “αποκλειστικής διανομής και εμπορικής παραγγελίας των διατάξεων του Π.Δ. 219/1991 περί εμπορικών αντιπροσώπων, όμως, με βάση τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης είναι δυνατή η αναλογική, ολική ή μερική, εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω Π.Δ/τος και στις συμβάσεις αυτές, εφόσον όμως η διαμεσολαβητική λειτουργία και των επαγγελματιών αυτών, δηλαδή του διανομέα και του παραγγελιοδοχικού αντιπροσώπου, προσομοιάζει μ` αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου σε τέτοιο βαθμό ώστε να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, πράγμα που συμβαίνει όταν οι εν λόγω επαγγελματίες αναλαμβάνουν με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες μ` αυτές του εμπορικού αντιπροσώπου (4 παρ. 1 Π.Δ. 219/91) και ειδικότερα α)να παραλείπουν ανταγωνιστικές σε βάρος του εντολέα τους πράξεις κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασης τους, β) να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθούν διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα τους στη συμβατική περιοχή ευθύνης τους, υποκείμενοι μάλιστα στον έλεγχο του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή, αναλόγως, των αγορών, δ) να διαφημίζουν τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές τους δαπάνες και ε) να γνωστοποιούν στον εντολέα τους το πελατολόγιο τους. Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, δηλαδή αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γι` αυτόν (εντολέα) όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασης τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών, και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη.  

 

3.ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 548/2015 

 

Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Δ/τος, Εμπορικός Αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητά του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται σε μόνιμη βάση είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται στο εξής “αντιπροσωπευόμενος”, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ’ ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου”, Β’ ) Στο άρθρο 8 παρ. 2 έως 8: ” 2. Σύμβαση ορισμένου χρόνου, την οποία τα δύο μέρη συνεχίζουν να εκτελούν μετά την λήξη της, θεωρείται ότι μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου. 3 Όταν η Σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλόμενους μπορεί να την καταγγείλει, με τήρηση ορισμένης προθεσμίας. 4. Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, τρείς μήνες από την αρχή του τρίτου έτους, τέσσερις μήνες από την αρχή του τέταρτου έτους, πέντε μήνες από την αρχή του πέμπτου έτους και έξη μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη. Δεν είναι δυνατόν να οριστούν μικρότερες προθεσμίες, με συμφωνία των συμβαλλομένων”. 5. Αν τα μέρη ορίσουν μεγαλύτερες προθεσμίες καταγγελίας από εκείνες που προβλέπονται από την παραγρ. 4 η προθεσμία καταγγελίας την οποία πρέπει να τηρήσει ο αντιπροσωπευόμενος δεν μπορεί να είναι μικρότερη από εκείνη που ισχύει για τον εμπορικό αντιπρόσωπο. 6. Εφόσον τα μέρη δεν έχουν συμφωνήσει διαφορετικά, η λήξη της προθεσμίας καταγγελίας πρέπει να συμπίπτει με το τέλος του ημερολογιακού μηνός. 7. Οι διατάξεις των παραγρ. 3, 4, 5 και 6 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται όταν μία σύμβαση ορισμένου χρόνου μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου κατ’ εφαρμογή της παραγρ. 2 του άρθρου αυτού. Στην περίπτωση αυτή για τον καθορισμό της προθεσμίας καταγγελίας συνυπολογίζεται και ο προηγούμενος ορισμένος χρόνος. “8. Η Σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παραγράφου 4 σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων, καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων”. Γ’ ) Στο άρθρο 9 παρ. 1α’ , β’ , γ’ : «1.α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς. Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος, β) Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου. γ) Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα”. Περαιτέρω, το άρθρο 361 Α.Κ., το οποίο ορίζει: “Για την σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά”, καθιερώνει την αρχή της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως για την παραγωγή ενοχικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Συνέπεια της αρχής αυτής είναι η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων. Ελευθερία των συμβάσεων σημαίνει α) ελευθερία του ατόμου να συνάπτει ή να μην συνάπτει σύμβαση τόσο γενικά όσο και με συγκεκριμένο πρόσωπο ως αντισυμβαλλόμενο (ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου) και β) ελευθερία καθορισμού του περιεχομένου της συμβάσεως. Απόρροια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους αποτελεί και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής. Η σύμβαση αυτή είναι ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, με βάση την οποία ο ένας συμβαλλόμενος, ο οποίος είναι ο παραγωγός ή ο χονδρέμπορος, υποχρεούται να πωλεί αποκλειστικώς στον άλλο συμβαλλόμενο, ο οποίος είναι ο διανομέας, τα συμφωνηθέντα εμπορεύματα σε σχέση με ορισμένη γεωγραφική περιοχή και τα οποία ακολούθως ο διανομέας μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, δηλαδή ενεργεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο. Ωστόσο με την σύμβαση αποκλειστικής διανομής ο διανομέας αναλαμβάνει, συνήθως, την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και την φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιασθούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ενώ έχει το δικαίωμα, να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές με τις οποίες μεταπωλεί τα προϊόντα προς τρίτους, αν και δεν αποκλείεται να έχουν καθορισθεί συμβατικώς ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών. Η έννοια ειδικότερα της αποκλειστικότητας στην διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με την σχετική σύμβαση, να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέως μέσα στην περιοχή της διανομής και αντίστροφα ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται, κατά κανόνα, να μην διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή.  

 

 

 

4.ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 806/2015 

 

Με βάση αυτό τον ορισμό η σύμβαση αντιπροσωπείας έχει χαρακτήρα συμβάσεως πλαισίου, αφού καθορίζει τις γενικές συμβατικές υποχρεώσεις των μερών και τους κανόνες της εμπορικής τους συνεργασίας, η οποία όμως πραγματώνεται με πλειάδα επί μέρους συμβάσεων διαμεσολάβησης. Αυτή μπορεί να περιλαμβάνει ρήτρα αποκλειστικότητας, σύμφωνα με την οποία ο αντιπροσωπευόμενος αναθέτει τη μέριμνα των υποθέσεων του αποκλειστικά στον αντιπρόσωπο για μία ορισμένη περιοχή. Σ’ αυτή την περίπτωση πρόκειται για σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσωπείας. Περαιτέρω, το άρθρο 6 παρ. 1 του ανωτέρω π.δ/τος, όπως η ανωτέρω παράγραφος αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 4 π.δ. 312/1995″ προβλέπει: “Για εμπορική πράξη, που έχει συναφθεί κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται προμήθεια: α) αν η πράξη έχει συναφθεί χάρη στην παρέμβαση του ή β) αν η πράξη έχει συναφθεί με τρίτο με τον οποίο ο αντιπρόσωπος έχει συνάψει προηγουμένως πράξεις του ιδίου είδους ώστε να τον έχει καταστήσει πελάτη ή γ) αν είναι αρμόδιος για ένα καθορισμένο γεωγραφικό τομέα ή για μία καθορισμένη ομάδα προσώπων και η πράξη έχει συναφθεί με πελάτη που ανήκει σε αυτό τον τομέα ή σε αυτή την ομάδα”. Σύμφωνα δε με το άρθρο 7 της παραπάνω Οδηγίας: “1. Για εμπορική πράξη που έχει συναφθεί κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείαςο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται προμήθεια: α) αν η πράξη έχει συναφθεί χάρη στην παρέμβαση του, ή β) αν η πράξη έχει συναφθεί με τρίτο με τον οποίο ο αντιπρόσωπος έχει συνάψει προηγουμένως πράξεις του ίδιου είδους ώστε να τον έχει καταστήσει πελάτη. 2. Για πράξη που έχει συναφθεί κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο αντιπρόσωπος δικαιούται επίσης προμήθεια: είτε εάν είναι αρμόδιος για ένα καθορισμένο γεωγραφικό τομέα ή για μια καθορισμένη ομάδα προσώπων, είτε εάν έχει δικαίωμα αποκλειστικότητας για έναν καθορισμένο γεωγραφικό τομέα ή για μια καθορισμένη ομάδα προσώπων, και η πράξη έχει συναφθεί με πελάτη που ανήκει σε αυτόν τον τομέα ή σε αυτήν την ομάδα. Τα κράτη μέλη οφείλουν να ενσωματώσουν στο δίκαιο τους μία από τις εναλλακτικές λύσεις των δύο παραπάνω περιπτώσεων”. Μάλιστα, το ΔΕΚ, κατά την ερμηνεία του άρθρου 7 παρ. 2 της ανωτέρω Οδηγίας, έχει δεχτεί ότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος, όταν έχει αναλάβει ένα γεωγραφικό τομέα, έχει δικαίωμα προμήθειας για τις συναπτόμενες με τους πελάτες που ανήκουν στον τομέα αυτό δικαιοπραξίες, ακόμη κι αν καταρτίστηκαν χωρίς την παρέμβαση του (απόφαση της 12.12.1996, C-104/1995 Κ. κατά ……………). Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι για την σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1γ του π.δ. 219/1991 καθίδρυση δικαιώματος του εμπορικού αντιπροσώπου, προς λήψη προμήθειας για εμπορικές πράξεις που έχουν συναφθεί, κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ακόμη και χωρίς την παρέμβαση του, αρκεί αυτές να έχουν συναφθεί με πελάτη που ανήκει στο γεωγραφικό τομέα για τον οποίο αυτός είναι αρμόδιος ή με πελάτη που ανήκει σε μία καθορισμένη ομάδα προσώπων για την οποία είναι αρμόδιος, χωρίς να απαιτείται η ύπαρξη στη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και ρήτρας αποκλειστικότητας του εμπορικού αντιπροσώπου, για το γεωγραφικό τομέα ή για την καθορισμένη ομάδα προσώπων. Τέτοια προϋπόθεση (αποκλειστικότητας) δεν έθεσε ο Ελληνας νομοθέτης κατά τη μεταφορά της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ στην Ελληνική έννομη τάξη, αν και είχε τη δυνατότητα να το πράξει, εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 7 της επίμαχης Οδηγίας, όφειλε να ενσωματώσει στο εσωτερικό δίκαιο μία από τις δύο εναλλακτικές λύσεις της Οδηγίας και επέλεξε εκείνη της θέσπισης του εν λόγω δικαιώματος του εμπορικού αντιπροσώπου, με βάση το κριτήριο της ιδιότητάς του ως αρμόδιου απλώς σε καθορισμένο γεωγραφικό τομέα ή σε καθορισμένη ομάδα προσώπων και όχι της ιδιότητας του ως αποκλειστικού εμπορικού αντιπροσώπου στο γεωγραφικό τομέα ή στην ομάδα προσώπων. Στην ένδικη υπόθεση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, μεταξύ άλλων, δέχτηκε τα ακόλουθα: “Η ενάγουσα εταιρεία (ήδη αναιρεσείουσα) έχει αντικείμενο την αντιπροσώπευση οίκων του εξωτερικού. Η εναγόμενη (ήδη αναιρεσίβλητη) δραστηριοποιείται στον τομέα παραγωγής και πώλησης μηχανών (πλήρων γραμμών εμφιαλώσεως) και εγκαταστάσεων για εργοστάσια ζυθοποιίας, παραγωγής ποτών, αναψυκτικών κτλ. Τον Μάρτιο 1996 μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων των παραπάνω εταιρειών συνήφθη προφορικά σύμβαση εμπορικής συνεργασίας αορίστου διάρκειας και αρχόμενη την 1-4-1996. Με την σύμβαση αυτή η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση, έναντι καθοριζόμενης αμοιβής (προμήθειας) να προωθεί τα προϊόντα της εναγομένης δηλαδή να διαπραγματεύεται για λογαριασμό της την πώληση των μηχανημάτων παραγωγής της στην ελληνική επικράτεια. Εκτοτε και στα πλαίσια της σύμβασης αυτής που είναι σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, για την σύναψη της οποίας σύμφωνα με τα παραπάνω δεν απαιτείται έγγραφος τύπος συνεργάστηκαν οι διάδικοι. Η παραπάνω όμως σύμβαση ουδέποτε συμφωνήθηκε επί αποκλειστικής βάσης έστω και αν για αρκετό χρονικό διάστημα η ενάγουσα ήταν η μόνη αντιπρόσωπος της εναγομένης στην ελληνική αγορά. Τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι η ενάγουσα συνεργάζετο ως εμπορικός αντιπρόσωπος και με άλλες εταιρείες πλην της εναγομένης, η οποία ουδέποτε της απαγόρευσε την αντιπροσώπευση άλλων προϊόντων ανταγωνιστικών ή μη επιβάλλοντας την αντιπροσώπευση μόνο δικών της προϊόντων. Έτσι από το έτος 2003 και έκτοτε συνεργάζετο ως εμπορικός αντιπρόσωπος με την εταιρεία …. , συμφερόντων της εναγομένης η οποία κατείχε την πλειοψηφία των μετοχών της, και προωθούσε στην ελληνική αγορά τα προϊόντα αυτής δηλαδή μηχανήματα γραμμών εμφιάλωσης μικρής δυναμικότητας αλλά και με άλλες εταιρείες (………………) μη ανταγωνιστικές. Η ίδια η ενάγουσα αναφέρει στην αγωγή της ότι “η όλη προσπάθεια μας υπέρ της προώθησης των συμφερόντων της εναγομένης έφθασε να καλύπτει το 60 % της συνολικής δραστηριότητας μας”. Εξάλλου από το έτος 2002 την εναγόμενη στην ελληνική αγορά αντιπροσώπευε και η εταιρεία με την επωνυμία “………………”. Τούτο δε προκύπτει και από την από 8-3-05 επιστολή της ίδιας της ενάγουσας προς την εναγόμενη στην οποία ρητά γίνεται λόγος για την παραπάνω εταιρεία ως εμπορικού αντιπροσώπου της εναγομένης και μάλιστα των ίδιων προϊόντων με αυτά της ενάγουσας. Η ενάγουσα από την αρχή δεν διαμαρτυρήθηκε προς την εναγόμενη για τυχόν παράβαση από αυτήν, με την καθιέρωση και της εταιρείας αυτής ως αντιπροσώπου της στην ελληνική αγορά, (έστω και προς εξεύρεση νέων πελατών με τους οποίους δεν είχε επαφή η ενάγουσα), των όρων της μεταξύ τους συμφωνίας που αφορούν τυχόν αποκλειστικότητα της ενάγουσας στην ελληνική επικράτεια ως αντιπροσώπου της εναγομένης. Αντίθετα για μεγάλο διάστημα αποδέχτηκε την δραστηριότητα της εταιρείας ………. , κάποιες δε διαμαρτυρίες της προς την εναγόμενη αφορούν κυρίως τις συνθήκες και τον τρόπο συνεργασίας της εναγόμενης με αυτήν (ενάγουσα) αλλά και την εταιρεία ………… . To γεγονός ότι μέχρι το έτος 2002 η ενάγουσα υπήρξε μόνη αντιπρόσωπος της εναγομένης στην ελληνική αγορά ουδόλως αποδεικνύει ότι η μεταξύ τους σύμβαση περιείχε όρο αποκλειστικότητας. Τούτο άλλωστε ενισχύεται και από την παραπάνω συμπεριφορά της ενάγουσας και τη μη εναντίωσή της στην είσοδο στην ελληνική αγορά και της πιο πάνω εταιρείας. Εξάλλου το γεγονός ότι ο εκπρόσωπος της εναγομένης στην από 1-3-05 επιστολή του αναφέρει μεταξύ άλλων ότι “δεν δικαιούνται (οι εκπροσωπούντες την …..) ωστόσο να αποκαλούν τους εαυτούς τους αντιπροσώπους της ………….” ουδόλως συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι η ενάγουσα ήταν αποκλειστική αντιπρόσωπος της εναγόμενης στην ελληνική αγορά. Από όλα τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι η ενάγουσα δεν ήταν αποκλειστική εμπορική αντιπρόσωπος της εναγομένης στην ελληνική αγορά. 

 

5.ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 126/2014 

 

Προκύπτει ότι, ναι μεν δεν είναι δυνατή η ευθεία εφαρμογή στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής και εμπορικής παραγγελίας των διατάξεων περί εμπορικών αντιπροσώπων, όμως με βάση τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης είναι δυνατή η αναλογική, ολική ή μερική, εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω Π.Δ/τος και στις συμβάσεις αυτές, εφόσον όμως η διαμεσολαβητική λειτουργία και των επαγγελματιών αυτών, δηλαδή του διανομέα και του παραγγελιοδοχικού αντιπροσώπου, προσομοιάζει με αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου σε τέτοιο βαθμό ώστε να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, πράγμα που συμβαίνει όταν οι επαγγελματίες αυτοί αναλαμβάνουν με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με εκείνες του εμπορικού αντιπροσώπου και ειδικότερα α) να παραλείπουν ανταγωνιστικές σε βάρος του εντολέα τoυς πράξεις κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασής τους, β) να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθούν διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα τους στη συμβατική περιοχή ευθύνης τους, υποκείμενοι μάλιστα στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή αναλόγως των αγορών, δ) να διαφημίζουν τα πωλούμενα προϊόντα, ακόμη και με δικές τους δαπάνες και ε) να γνωστοποιούν στον εντολέα τους το πελατολόγιό τους. Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας από αυτές vα καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, δηλαδή, αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γι` αυτόν όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασής τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών, και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη. (Ολ.ΑΠ 15 και 16/2013).  

 

6.ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 246/2014 

 

Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, εφόσον, με βάση όλες τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τις προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος από τις υποθέσεις με τους ίδιους πελάτες, σε συνδυασμό και με την τυχόν ρήτρα μη ανταγωνισμού, παρίσταται ως δίκαιη η καταβολή της αποζημίωσης, η οποία κατά ποσό δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά την λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ` αυτούς. Αντίστοιχα διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον παραγωγό πελατολογίου του αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι` αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του παραγωγού. Κριτήρια τέλος για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας συνιστούν το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον παραγωγό μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλεια του και η δημιουργία κέρδους για τον αντιπρόσωπο, αν συνεχιζόταν η σύμβαση, η σχετική δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (Ολ. ΑΠ 16/2013).  

 

7.ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 364/2014 

 

Σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι εκείνη, με την οποία τρίτος, που αποκαλείται εμπορικός αντιπρόσωπος, αναλαμβάνει έναντι αμοιβής (προμήθειας), σε μόνιμη βάση (για ορισμένο ή αόριστο χρόνο) με την ιδιότητα του ανεξάρτητου μεσολαβητή, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται “αντιπροσωπευόμενος”, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ` ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. Βασικά χαρακτηριστικά της σύμβασης αυτής είναι: α) ο αμφοτεροβαρής χαρακτήρας της, β) η σταθερότητα της σχέσης, γ) η διάρκεια της παροχής του τελευταίου (οργανώνει ελεύθερα την εμπορική του δραστηριότητα, έχει δική του επαγγελματική στέγη) και δ) η ενέργεια του εμπορικού αντιπροσώπου στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, που αποτελεί και το κύριο χαρακτηριστικό στοιχείο της εν λόγω σύμβασης, αφού τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά δεν είναι πάντα ούτε σταθερά ούτε ασφαλή. Περαιτέρω, κατά την απορρέουσα από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, τα μέρη είναι ελεύθερα να διαπλάσσουν τις έννομες σχέσεις τους σε μεγάλο μέτρο και δεν είναι υποχρεωμένα να ακολουθούν τα πρότυπα που θέτει ο νόμος. Ετσι, δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας και μόρφωμα, που εξυπηρετεί τις συναλλακτικές ανάγκες της διεπιχειρησιακής συνεργασίας, ως απόρροια της άνω αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους, αποτελεί και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, δηλαδή η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα, τα οποία, στη συνέχεια, ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο. Και ενώ, κατ` αρχήν, σε αντίθεση με τον αποκλειστικό διανομέα, που συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως τον επιχειρησιακό κίνδυνο, ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητική εργασία διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, τελικά δεν αποκλείει μία συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διάθεσης (διανομής) να προσομοιάζει, κατά περιεχόμενο, με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη μέρη. Ολα δε αυτά υπό το πρίσμα της κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος θεμελιώδους αρχής της ισότητας και της αρχής της καλής πίστης, που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ, ιδίως α) εάν ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του αντισυμβαλλομένου του, έχοντας την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, τον οποίο ο κοινοτικός νομοθέτης είχε υπόψη του όταν θέσπισε τις προστατευτικές διατάξεις της άνω Οδηγίας, β) εάν αυτός συμβάλλει στην επέκταση της πελατείας του αντισυμβαλλομένου του, επιτελών σε σημαντική έκταση καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, συνδεόμενος με το δίκτυο πωλήσεων του παραγωγού ή χονδρεμπόρου όπως ο αντιπρόσωπος, γ) εάν αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην ανταγωνίζεται τον αντισυμβαλλόμενο του, δ) εάν το πελατολόγιό του, κατά τη σύμβαση, είναι σε γνώση του αντισυμβαλλομένου του και μάλιστα, μετά τη λύση της σύμβασης διανομής, περιέρχονται οι πελάτες του στον τελευταίο και ε) εάν γενικώς η οικονομική δράση του διανομέως και τα οικονομικά του οφέλη (ανεξάρτητα από τον τυπικό νομικό χαρακτηρισμό τους) είναι όμοια με εκείνα του αντιπροσώπου. Στα πλαίσια δε του κοινοτικού δικαίου ο παραγγελιοδόχος αντιπρόσωπος καθώς και άλλα πρόσωπα, που διαμεσολαβούν στο εμπόριο κατά την πώληση προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών (όπως είναι και ο διανομέας), δεν εμπίπτουν ευθέως στο πεδίο εφαρμογής των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, ούτε είναι δυνατόν να επιβληθεί στα κράτη μέλη η αναλογική εφαρμογή της ως άνω Οδηγίας στα λοιπά πρόσωπα αυτά μέσω της νομολογίας του ΔΕΚ. Εφόσον, όμως, δεν ανιχνεύεται, ούτε εξ αντιδιαστολής, στην Οδηγία 86/653/ΕΟΚ, βούληση του κοινοτικού νομοθέτη να απαγορεύσει στα κράτη μέλη να θεσπίσουν παρόμοιους εθνικούς προστατευτικούς κανόνες και για τα λοιπά διαμεσολαβούντα στο εμπόριο πρόσωπα, δεν μπορεί να συναχθεί, ούτε από το εθνικό νομοθέτημα που ενσωμάτωσε την Οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο (ΠΔ 219/1991), αντιστοίχου περιεχομένου βούληση του εθνικού νομοθέτη, για τη μη παροχή ανάλογης προστασίας στα πρόσωπα αυτά. Ούτε, βεβαίως, μπορεί να συναχθεί από μια απλή πράξη συμμόρφωσης προς την Οδηγία, σε εκπλήρωση κοινοτικής υποχρέωσης, παρόμοια βούληση του εθνικού νομοθέτη, με επίκληση του επιχειρήματος από τη σιωπή του νομοθετήματος, με το οποίο έγινε η ως άνω συμμόρφωση. Είναι, λοιπόν, φανερό, ότι η νομοθετική αυτή κατάσταση σε κοινοτικό επίπεδο (που δημιουργήθηκε με την άνω Οδηγία) δεν εμποδίζει τον εθνικό νομοθέτη να προβλέψει, για την προστασία των λοιπών διαμεσολαβούντων στο εμπόριο προσώπων (επομένως και για τον διανομέα), πρόσφορους κανόνες, εμπνεόμενος από τις διατάξεις της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, εφόσον τούτο είναι προφανώς χρήσιμο και καθόσον καμία άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν το εμποδίζει. Εντεύθεν έπεται, ότι και από πλευράς κοινοτικού δικαίου είναι επιτρεπτή η, μέσω της διαπλαστικής εξουσίας του εθνικού δικαστή, ad hoc αναλογική εφαρμογή του πδ 219/1991 για τους εμπορικούς αντιπροσώπους σε άλλες διαρκείς συμβάσεις διαμεσολάβησης στο εμπόριο, βεβαίως υπό προϋποθέσεις και με τρόπο που προσήκει στην ίδια τη φύση της αναλογικής εφαρμογής, με κύρια κριτήρια την ομοιότητα (όχι ταυτότητα) των καταστάσεων, την ύπαρξη παρόμοιας κατάστασης συμφερόντων και, ενόψει του κατεξοχήν προστατευτικού για τον εμπορικό αντιπρόσωπο χαρακτήρα των περισσοτέρων διατάξεων του πδ 219/1991, τη διαπίστωση ανάλογης ανάγκης προστασίας. Στο πλαίσιο αυτό κρίνεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του άρθρ. 9 του π.δ/τος 219/1991 σε κάθε δυνατή περίπτωση και η επιδίκαση έτσι της προβλεπόμενης από το άρθρο αυτό αποζημίωσης πελατείας, που δικαιολογείται συνεπώς και στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ή παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, όταν συντρέχουν τα αναγκαία προς τούτο στοιχεία. Ειδικότερα κατά τις διατάξεις της παρ. 1 του εν λόγω άρθρου ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, εφόσον, με βάση όλες τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τις προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος από τις υποθέσεις με τους ίδιους πελάτες, σε συνδυασμό και με την τυχόν ρήτρα μη ανταγωνισμού, παρίσταται ως δίκαιη η καταβολή της αποζημίωσης, η οποία κατά ποσό δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά την λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ` αυτούς. Αντίστοιχα διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον παραγωγό πελατολογίου του αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι` αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του παραγωγού. Κριτήρια τέλος για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας συνιστούν το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον παραγωγό μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλειά του και η δημιουργία κέρδους για τον αντιπρόσωπο, αν συνεχιζόταν η σύμβαση, η σχετική δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική ευχέρειά του και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (Ολ. ΑΠ 16/2013).  

 

8.ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1320/2014 

 

Εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητα του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται, σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται “αντιπροσωπευόμενος”, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ` ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. Με τη σύμβαση αυτή ο παραγωγός ή χονδρέμπορος αναθέτει, σε μόνιμη βάση, στον εμπορικό του αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής (προμήθειας), τη, συνήθως για ορισμένη περιοχή, μέριμνα των υποθέσεών του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται είτε στη διαπραγμάτευση είτε στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. Ακόμη, κατά μεν το άρθρο 8 του ΠΔ 219/1991, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 2 του ΠΔ 88/1994 και το άρθρο 6 § 2 του ΠΔ 312/1995: “Όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλόμενους μπορεί να την καταγγείλει με τήρηση ορισμένης προθεσμίας” (παρ. 3). “Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δευτέρου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους και έξη μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη” (παρ. 4). “Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παραγράφου 4 σε περίπτωση, κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρος των συμβατικών υποχρεώσεων, καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων” (παρ. 8), κατά δε το άρθρο 9 του ιδίου διατάγματος “1. α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής, έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς. Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος, β) Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου, γ) Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα…”. Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, ήτοι εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, όπως ιδίως φαίνεται και από την άνω διατύπωση του άρθρου 9 § 1 εδ. α` του ΠΔ. 219/1991, όπως το εδ. α` αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 § 1 του ΠΔ 312/1995. Το άνω πραγματικό του άρθρου 9 θέτει τρεις ισοδύναμες προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά: α) η εισφορά νέων πελατών ή η προαγωγή, σημαντικά, των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον εντολέα- αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς μετά τη λύση της σύμβασης και γ) η καταβολή της αποζημιώσεως να είναι “δίκαιη” αν ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις καθεμιάς συγκεκριμένης περιπτώσεως και ιδιαίτερα οι προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς (Α.Π. 175/2010, Α.Π. 53/2007, Α.Π. 139/2006). Τις εν λόγω ουσιαστικές προϋποθέσεις γέννησης της απαιτήσεώς του οφείλει να επικαλεσθεί, για το ορισμένο της αγωγής, ο εμπορικός αντιπρόσωπος και για την ταυτότητα του νομικού λόγου και ο αποκλειστικός διανομέας, σε περίπτωση αναλογικής εφαρμογής των περί εμπορικής αντιπροσωπείας διατάξεων. Αντίθετα δεν είναι αναγκαία για την δικονομική πληρότητα της αγωγής, ο προσδιορισμός των νέων πελατών ή των παλαιών, των οποίων οι υποθέσεις σημαντικά αναβαθμίσθηκαν με την διαμεσολαβητική δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου ούτε το ακριβές ποσό των ωφελημάτων που διατήρησε ο αντιπροσωπευόμενος, μετά τη λύση της σύμβασης, από τη διαμεσολαβητική δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου (ΑΠ 734/2011). 

 

9.ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ 1277/2013 

 

Επειδή, κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του πδ 219/1991  “περί εμπορικών αντιπροσώπων”, όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, “για την εφαρμογή των διατάξεων του Δ/τος, εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητά του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται, σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται στο εξής “αντιπροσωπευόμενος”, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου”. Με βάση αυτόν τον ορισμό η σύμβαση αντιπροσωπείας είναι ενοχική και διαρκής, εφόσον χαρακτηρίζεται κατ` αρχήν από μονιμότητα. Έχει χαρακτήρα συμβάσεως πλαισίου, αφού καθορίζει τις γενικές συμβατικές υποχρεώσεις των μερών και τους κανόνες της εμπορικής τους συνεργασίας, η οποία όμως πραγματώνεται με πλειάδα επιμέρους συμβάσεων διαμεσολαβήσεως. Αυτή μπορεί να περιλαμβάνει ρήτρα αποκλειστικότητος, σύμφωνα με την οποία ο αντιπροσωπευόμενος αναθέτει τη μέριμνα των υποθέσεών του αποκλειστικά στον αντιπρόσωπο για μια ορισμένη περιοχή (βλ. σχετικά ΑΠ 139/2006, 881/2010, 175/2010). Σ` αυτήν την περίπτωση πρόκειται για σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσωπείας (ΑΠ 297/2005). Περαιτέρω, κατά το ίδιο Π.Δ. “Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παρ.4 στην περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων” (άρθρ.8 παρ. 8), “Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες …” (άρθρ.9 παρ.1εδ.α`), “η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού κώδικα” (άρθρ.9 παρ.1 εδ γ`). “Η αποζημίωση ή αποκατάσταση της ζημίας σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος δεν οφείλεται: α) όταν ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση λόγω υπαιτιότητας του εμπορικού αντιπροσώπου, η οποία θα δικαιολογούσε καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο …” (άρθρ.9 παρ. 3 εδ.α`). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κατά της αγωγής του αντιπροσώπου, με την οποία ζητείται η από το άρθρο 9 παρ. 1 του εν λόγω π.δ/τος προβλεπομένη λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, ο εντολέας μπορεί να προτείνει προς απαλλαγή του, κατ` ένσταση (αρθρ. 9 παρ. 3) ότι κατήγγειλε τη σύμβαση για μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ο αντιπρόσωπος ανέλαβε έναντι αυτού στα πλαίσια της συμβάσεως ταύτης (υπαίτιος καταγγελία) (Α.Π. 1321/2007). Περαιτέρω, η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορούσε, σύμφωνα με το π.δ. 219/1991, ακόμη και πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 14 παρ. 3 π.δ/τος 3557/2007, να καταρτισθεί και ατύπως, το δε “ενυπόγραφο έγγραφο” δεν συνιστούσε συστατικό τύπο, αλλά προβλεπόταν απλώς για λόγους αποδεικτικής διευκολύνσεως των μερών, αναφορικά με το περιεχόμενο της συμβάσεως. Επομένως, το έγγραφο δεν καθιερωνόταν από το νομοθέτη ούτε καν ως αποδεικτικός τύπος, και δεν αποτελούσε προϋπόθεση για την εφαρμογή των ρυθμίσεων του π.δ. 219/1991, οι οποίες εφαρμόζονταν στις συμβάσεις αντιπροσωπείας με οποιονδήποτε τρόπο κι αν καταρτίστηκαν. Οι διατάξεις δε του κοινού δικαίου περί εντολής, εφαρμόζονταν και επί των ατύπως καταρτισθεισών συμβάσεων αντιπροσωπείας μόνο συμπληρωματικώς (Α.Π. 1301/2006). Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του προσήκοντος κανόνος δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρισίμων πραγματικών γεγονότων, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς. Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός εάν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.  

 

10.ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 539/2012 

 

Εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητά του ως ανεξαρτήτου μεσολαβητή, ανατίθεται σε μόνιμη βάση είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται αντιπροσωπευόμενος, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου. Με τη σύμβαση αυτή ο αντιπροσωπευόμενος αναθέτει σε μόνιμη βάση στον εμπορικό του αντιπρόσωπο έναντι αμοιβής (προμήθειας) τη, συνήθως για ορισμένη περιοχή, μέριμνα των υποθέσεών του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται είτε στη διαπραγμάτευση είτε στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου (Α.Π. 175/2010). Έτσι βασικά χαρακτηριστικά της συμβάσεως αυτής είναι: α) ο αμφοτεροβαρής χαρακτήρας της, β) η σταθερότητα της σχέσεως, γ) η διάρκεια της παροχής του εμπορικού αντιπροσώπου, δ) η αυτοτέλεια και ανεξαρτησία της παροχής του τελευταίου, ο οποίος οργανώνει ελεύθερα την εμπορική του δραστηριότητα, έχει δική του επαγγελματική στέγη και μπορεί να διατηρεί δίκτυο υποαντιπροσώπων και ε) η ενέργειά του στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, που αποτελεί το κύριο εννοιολογικό στοιχείο της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, δεδομένου ότι τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά δεν είναι πάντοτε ούτε σταθερά ούτε ασφαλή (Α.Π. 881/2010).  

 

ΔΙΑΦΥΓΟΝΤΑ ΚΕΡΔΗ ΚΑΙ ΑΝΑΠΟΣΒΕΣΤΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΥ 

Σύμφωνα με απόφαση του Αρείου Πάγου, διαφυγόν κέρδος είναι αυτό που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. 

Όταν επιδιώκεται επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, συνισταμένου σε απώλεια εσόδων, λόγω διακοπής ή μειωμένης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, αρκεί να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής όλα εκείνα τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων θα εισέπραττε, με πιθανότητα, από την επαγγελματική αυτή δραστηριότητα, το αιτούμενο ποσό, χωρίς να είναι ανάγκη να αναφέρεται και ότι δεν εξοικονόμησε δαπάνη ή να προσδιορίζεται και να αφαιρείται η τυχόν εξοικονομηθείσα, γιατί ο προσδιορισμός και η αφαίρεση της τυχόν δαπάνης που εξοικονομήθηκε, μπορεί να γίνει, βάσει των αποδείξεων, ύστερα από πρόταση του εναγομένου ή και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ακόμη και το πρώτον από το Εφετείο, εφόσον το ζήτημα του ύψους της αποθετικής ζημίας κατέστη νομίμως αντικείμενο της κατ` έφεση δίκης (Ολομ. Α.Π 22/1995). 

Ο διανομέας δικαιούται το διαφυγόν του κέρδος για τον μέχρι της λήξης της προθεσμίας αυτής χρόνο, όχι, όμως και τις πάγιες αναγκαίες δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε, κατά την κρίση του, για την εκτέλεση της σύμβασης διανομής, ως θετική ζημία, γιατί αυτές τις έλαβε υπόψη του προκειμένου να τις αποσβέσει για τον υπολογισμό της προμήθειας και του ύψους της και εντεύθεν δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω αναλογικά η Α.Κ 722 περί υποχρέωσης του εντολέα απόδοσης δαπανών στον εντολοδόχο και ακόμη γιατί οι δαπάνες αυτές δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου παράβαση της εκ του νόμου υποχρέωσής του τήρησης της νόμιμης προθεσμίας.  

ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ Η ΑΜΟΙΒΗ ΣΤΟΝ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΕΝΤΟΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΤΟΥ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΑΝ ΑΥΤΟΣ ΔΕΝ ΜΕΣΟΛΑΒΗΣΕ. 

Πολλές φορές τυχαίνει ο αντιπροσωπευόμενος να ασκεί έμμεσο ανταγωνισμό στον αντιπρόσωπό του ή στον αποκλειστικό διανομέα του προβαίνοντας ο ίδιος σε συναλλαγές και συμφωνίες μέσα στον γεωγραφικό τομέα που του έχει εκχωρήσει αρνούμενος να του καταβάλλει προμήθεια. 

Όμως αυτό είναι παράνομο. Οι εμπορικοί αντιπρόσωποι δικαιούνται προμήθεια και αμοιβή  για κάθε συναλλαγή που πραγματοποιείται στην περιοχή όπου δραστηριοποιούνται, ανεξάρτητα εάν έχουν κλείσει οι ίδιοι την συμφωνία με τον πελάτη. 

Αυτή η νομοθετική πρόβλεψη είναι απόροια απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου με αφορμή προδικαστικά ερωτήματα που απέστειλε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. 

Και όχι μόνο αυτό αλλά εάν μια επιχείρηση που είναι πελάτης έχει θυγατρικές εταιρείες ή αν ένας πελάτης διευθύνει ποικίλες επιχειρήσεις πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η θυγατρική ή η επιχείρηση η οποία προέβη στην παραγγελία, ανεξαρτήτως σε ποια παραδόθηκαν εμπορεύματα ή προσφέρθηκαν οι υπηρεσίες. 

Συγκεκριμένα το Ευρωπαικό Δικαστήριο έκρινε ότι : “Όταν η επιχείρηση ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα σε διάφορους τόπους ή όταν ο αντιπρόσωπος ασκεί τη δραστηριότητά του σε πολλές περιοχές, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο τόπος όπου έλαβαν ή έπρεπε κατά το σύνηθες να λάβουν χώρα οι διαπραγματεύσεις με τον αντιπρόσωπο, ο τόπος όπου παραδόθηκε το εμπόρευμα, καθώς και ο τόπος όπου βρίσκεται η επιχείρηση η οποία έκανε την παραγγελία” . 

Κατά συνέπεια στις ως άνω περιπτώσεις ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαούται να απαιτήσει την αναλογούσα προμήθεια και αν αυτή δεν του αποδωθεί να προσφύγει στο Δικαστήριο. 

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΣΤΗΝ ΛΗΞΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ 

Ο εμπορικός αντιπρόσωπος και ο αποκλειστικός διανομέας δικαιούνται μετά τη λύση της σύμβασηςεμπορικής αντιπροσωπείας/διανομής  αποζημίωση εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς. Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού.  

Οι δικηγόροι του γραφείου μας μπορούν να σας ενημερώσουν για τα σχετικά σας δικαιώματα και να εκτιμήσουν αν έχετε πιθανότητες να λάβετε αποζημίωση πελατείας με την λήξη της σύμβασης.  

 

Πως υπολογίζεται το ύψος της αποζημίωσης.  

Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου. 

Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. 

Ωστόσο ο νόμος και  η νομοθεσία προβλέπει κάποιες προθεσμίες όπως π,χ. οτι ο εμπορικός αντιπρόσωπος χάνει την αξίωσηαποζημίωσης ή ανόρθωσης ζημίας εάν δεν γνωστοποιήσει προς τον αντιπροσωπευόμενο εντός έτους από τηλύση της σύμβασης ότι προτίθεται να ασκήσει το δικαίωμά του καθώς επίσης και κάποιες περιπτώσεις στις οποίες δεν οφείλεται η αποζημίωση. 

Ο χειρισμός μια τέτοιας υπόθεσης είναι θέμα το οποίο απαιτεί εμπειρία και εξειδίκευση προκειμένου να είναι κανείς σίγουρος για την καλύτερη υπεράσπιση των συμβατικών και νομίμων δικαιωμάτων του. 

Ο δικηγόρος Στέφανος Οικονόμου έχει χειριστεί πλήθος υποθέσεων αποζημίωσης πελατείας, εμπορικών αντιπροσώπων και διανομέων που ήταν είτε ενάγοντες είτε εναγόμενοι και διαθέτει την απαραίτητη εμπειρία και γνώση για να χειριστεί την υπόθεσή σας.  

FRANCHISING 

Franchising είναι το σύνολο των δικαιωμάτων βιομηχανικής ή πνευματικής ιδιοκτησίας που αφορούν σε εμπορικά σήματα και επωνυμίες, πινακίδες καταστημάτων, πρότυπα χρήσεως, σχέδια, δικαιώματα αντιγραφής, τεχνογνωσίας ή διπλώματα ευρεσιτεχνίας προς εκμετάλλευση για τη μεταπώληση προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών σε τελικούς χρήστες.  

Με τη συμφωνία Franchising ο δικαιοπάροχος ή δότης παραχωρεί στο δικαιοδόχο ή λήπτη έναντι άμεσου ή έμμεσου οικονομικού ανταλλάγματος δικαίωμα χρήσης κοινής επωνυμίας ή σήματος τεχνική υποστήριξη (εκπαίδευση προσωπικού, επεξεργασία διαφημιστικών μηνυμάτων, νομικές υπηρεσίες κλπ.) και εδαφική αποκλειστικότητα, συνήθως δε ο λήπτης ως αντάλλαγμα καταβάλλει ένα “δικαίωμα εισόδου” στο δίκτυο και ένα ποσό υπολογιζόμενο και ανάλογο του κύκλου εργασιών του.  

Στο Franchising ο προέχων χαρακτήρας είναι η παροχή υπηρεσιών και η παραχώρηση άυλων αγαθών, ακόμη και όταν υπάρχουν συμφωνίες για αγορά ή για αγορά προς μεταπώληση. Η μη ομαλή εξέλιξη της σύμβασης Franchising δημιουργεί πεδίο εφαρμογής των γενικών διατάξεων για την αδυναμία ή την υπερημερία της παροχής του οφειλέτη αν υπάρχει αθέτηση κυρίας συμβατικής υποχρέωσης. 

Ο δικηγόρος του υποψήφιου franchisee πριν υπογράψει την σύμβαση franchising θα πρέπει να προσέξει την κατοχύρωση πολύ σημαντικών δικαιωμάτων του, όπως είναι η πχ. ουσιαστική υποχρέωση του franchisor να παρέχει τεχνογνωσία και υποστήριξη στον franchisee καθώς και  το ζήτημα ότι  η επιβολή συγκεκριμένων τιμών όπως και συγκεκριμένων προμηθευτών απαγορεύεται, ωστόσο προβλέπεται δυνατότητα επιβολής μέγιστης τιμής ενώ υπάρχει η δυνατότητα επιβολής κάποιων ποιοτικών μόνο standards, όσον αφορά τους προμηθευτές των εμπορευμάτων των franchisee.  

Φαίνεται ότι και στην περίπτωση αυτή η υποστήριξη του franchisee από έναν εξειδικευμένο νομικό σύμβουλο είναι απαραίτητη για την θεμελίωση μιας ομαλής συμβατικής σχέσης. 

ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΔΙΑΝΟΜΗ 

Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής είναι ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβασηεμπορικής συνεργασίας, βάσει της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί αποκλειστικά για μία ορισμένη περιοχή στον άλλο (διανομέα) τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί, τα οποία στην συνέχεια ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.  

Με τησύμβαση αποκλειστικής διανομής, ο διανομέας συνήθως αναλαμβάνει την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιαστούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή.  

Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής διακρίνεται από τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, με την οποία ο παραγωγός αναθέτει σε μόνιμη βάση στον εμπορικό αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής τη μέριμνα, για ορισμένη εδαφική περιοχή, των υποθέσεων του, η οποία συνίσταται στην διαπραγμάτευση και σύναψη συμβάσεων πώλησης ή αγοράς εμπορευμάτων για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.  

Ωστόσο αν και ο αποκλειστικός διανομέας συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του αναλαμβάνοντας πλήρως τον επιχειρησιακό κίνδυνο, ο δε εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητική εργασία διαμεσολάβησης στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, δεν αποκλείεται μία συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διανομής να προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με την σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία. 

Στην σύμβαση αποκλειστικής διανομής θα πρέπει ο διανομέας να προσέξει ώστε να κατοχυρωθούν τα δικαιώματά του όπως πχ η ρήτρα αποκλειστικότητας που του εξασφαλίζει το αποκλειστικό δικαίωμα να πωλεί προϊόντα σε μια περιοχή αλλά και η καταγγελία της σύμβασης  μόνο για σπουδαίο λόγο. 

Απαιτείται λοιπόν κατά την σύναψη της σύμβασης αλλά και την λειτουργία αυτής ο διανομέας να έχει σοβαρή και συνεπή νομική υποστήριξη από εξειδικευμένο δικηγόρο, ώστε να είναι σε θέση να υπερασπιστεί τα δικαιώματά του καθώς η κατ΄ εξακολούθηση αδράνεια στην υποστήριξη αυτών μπορεί να αποτελεί σιωπηρή αποδοχή της παραβίασής τους ήτοι σιωπηρή τροποποίηση της σύμβασης διανομής ή αποδυνάμωση δικαιώματος. 

ΕΜΠΟΡΙΚΟΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΣ 

Εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητά του ως ανεξαρτήτου μεσολαβητή, ανατίθεται σε μόνιμη βάση είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται αντιπροσωπευόμενος, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου. 

Με τη σύμβαση αυτή ο αντιπροσωπευόμενος αναθέτει σε μόνιμη βάση στον εμπορικό του αντιπρόσωπο έναντι αμοιβής (προμήθειας) τη, συνήθως για ορισμένη περιοχή, μέριμνα των υποθέσεών του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται είτε στη διαπραγμάτευση είτε στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου (Α.Π. 175/2010). 

Έτσι βασικά χαρακτηριστικά της συμβάσεως αυτής είναι: α) ο αμφοτεροβαρής χαρακτήρας της, β) η σταθερότητα της σχέσεως, γ) η διάρκεια της παροχής του εμπορικού αντιπροσώπου, δ) η αυτοτέλεια και ανεξαρτησία της παροχής του τελευταίου, ο οποίος οργανώνει ελεύθερα την εμπορική του δραστηριότητα, έχει δική του επαγγελματική στέγη και μπορεί να διατηρεί δίκτυο υποαντιπροσώπων και ε) η ενέργειά του στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, που αποτελεί το κύριο εννοιολογικό στοιχείο της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, δεδομένου ότι τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά δεν είναι πάντοτε ούτε σταθερά ούτε ασφαλή (Α.Π. 881/2010).  

Περαιτέρω, παρά το ότι το π.δ.219/1991 αναφέρεται σε εμπορικό αντιπρόσωπο εμπορευμάτων, οι διατάξεις του εφαρμόζονται και επί εμπορικών αντιπροσώπων παροχής υπηρεσιών. Τούτο ήδη ρυθμίστηκε και νομοθετικά με το άρθρο 14 παρ.4 περ.α ν.3557/2007, που ορίζει ότι οι διατάξεις του π.δ.219/1991, όπως ισχύει, εφαρμόζονται αναλόγως, μεταξύ άλλων, και στις συμβάσεις αντιπροσωπείας οι οποίες αφορούν παροχή υπηρεσιών. 

Στην σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας σαφώς θα πρέπει ο υποψήφιος αντιπρόσωπος να προσέξει ώστε να  κατοχυρώσει τα δικαιώματα τα οποία ο νόμος του παρέχει ώστε να αποτελούν και ενδoσυμβατική ευθύνη του αντιπροσωπεύομενου, πχ θα πρέπει να προσέξει ότι θα υπάρχει η ρήτρα αποκλειστικότητας ώστε να κατoχυρώσει  ότι θα είναι ο μοναδικός αντιπρόσωπος σε μια δεδομένη γεωγραφική περιοχή ενώ επίσης ότι η σύμβαση θα έχει μια ικανοποιητική διάρκεια  η οποία θα του εξασφαλίζει την  δυνατότητα να αποσβέσει την επένδυσή του. 

Φυσικά για το λόγο αυτό θα πρέπει να διαλέξει με προσοχή τον δικηγόροπου θα τον εκπροσωπήσει κατά τις διαπραγματεύσεις απέναντι σε νομικά τμήματα συνήθως  μεγάλων εταιρειών που είναι οι αντιπροσωπευόμενοι. 

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ 

Χαρακτηριστικές υποθέσεις του γραφείου μας στο πεδίο των εμπορικών αντιπροσώπων, διανομέων και franchising. 

  • Υπόθεση αποκλειστικού διανομέα κατά πολυεθνικής εταιρίας ειδών super market 
  • Υπόθεση εμπορικού αντιπροσώπου κατά πολυεθνικής εταιρίας ειδών γραφής και διορθωτικών.  
  • Υποθέσεις δικαιοδόχων ( franchisee ) κατά μεγάλης εταιρίας fast food. 
  • Υποθέσεις δικαιοδόχων ( franchisee ) κατά εταιρίας κινητής και σταθερής τηλεφωνίας.  
  • Υποθέσεις χονδρεμπόρων φαρμάκων κατά πολυεθνικής φαρμακευτικής εταιρίας 
  • Υπόθεση εμπορικού αντιπροσώπου κατά μεγάλης εταιρίας κινητής τηλεφωνίας 
  • Υπόθεση αποκλειστικού διανομέα κατά μεγάλης εταιρίας ειδών διατροφής 
  • Νομική υποστήριξη για δημιουργία δικτύου διανομής μέσω franchising. Το δικηγορικό μας γραφείο έχει αναλάβει όλες τις απαραίτητες νομικές ενέργειες για την ανάπτυξη δικτύου franchising σε προϊόντα και υπηρεσίες σταθερής και κινητής τηλεφωνίας, εστίασης και γρήγορου φαγητού ( fast food), ρούχων και αξεσουάρ, convenience stores, δικτύου κομμωτηρίων και spa, τεχνικών υπηρεσιών και σε πολλούς άλλους τομείς. Συγκεκριμένα, προβήκαμε στην παροχή νομικών συμβουλών για το ισχύον νομικό πλαίσιο στην Ελλάδα και τις απαιτήσεις της Επιτροπής Ανταγωνισμού, την λήψη των απαραίτητων διοικητικών αδειών, την σύνταξη της master agreement, την υποβολή της στο Υπουργείο Εμπορείο, τη νομική αξιολόγηση και έλεγχο των υποψήφιων δικαιοδόχων, τις υποστηρικτικές συμβάσεις του δικαιοπαρόχου, τις μισθωτικές συμβάσεις για την ίδρυση των καταστημάτων και κάθε άλλη συναφή ανάγκη. 

 

ΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ 

Οι νομικές υπηρεσίες που μπορούμε να σας παρέχουμε περιλαμβάνουν: 

  • Σύνταξη – έλεγχος σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, αποκλειστικής διανομής και franchising. Οι δικηγόροι μας έχουν ασχοληθεί με συμβάσεις αντιπροσωπείας στον φαρμακευτικό και ιατροτεχνολογικό τομέα, στην παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών και εξοπλισμού, σε παροχή καταναλωτικών αγαθών, διαφόρων υπηρεσιών, τεχνικού εξοπλισμού καθώς και πολλών άλλων προϊόντων και υπηρεσιών.
  • Νομικές συμβουλές για την κατοχύρωση και διεκδίκηση των δικαιωμάτων σας.
  • Διεκδίκηση αποζημίωσης σε περίπτωση παράβασης ή λήξης της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, αποκλειστικής διανομής και franchising.
  • Νομική εκπροσώπηση στο Δικαστήριο για διαφορές από σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, αποκλειστικής διανομής και franchising.  

ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑ- ΔΙΑΝΟΜΗ – FRANCHISING

Ο εμπορικός αντιπρόσωπος και ο αποκλειστικός εμπορικός διανομέας είναι ο σημαντικότερος κρίκος στα δίκτυα διανομής κάθε εμπορικής επιχείρησης. Από την άλλη μεριά και το franchising έχει εισέλθει πλέον δυναμικά και στην ελληνική αγορά. 

Οι δικηγόροι του γραφείου μας έχουν τεράστια εμπειρία τόσο σε συμβουλευτικές υπηρεσίες όσο και δικαστικές διαφορές στον τομέα των εμπορικών αντιπροσώπων των διανομέων και του franchising εκπροσωπώντας επί δεκαετίες μεγάλες πολυεθνικές εταιρίες και δεκάδες μικρούς και μικρομεσαίους επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται ως εμπορικοί αντιπρόσωποι, αποκλειστικοί διανομείς ή μέσω franchising. Ενημερωθείτε για μερικές από τις χαρακτηριστικές μας σχετικές υποθέσεις.  

Ο δικηγόρος Στέφανος Οικονόμου μπορεί να σας υποστηρίξει νομικά στην δημιουργία ή στον έλεγχο της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και διανομής καθώς και στην σύμβαση franchising. Οι δικηγόροι μας μπορούν να σας υποδείξουν ποιοι όροι κρύβουν παγίδες, τι πρέπει να αποφύγετε και τι πρέπει να διεκδικήσετε.  

Μπορούμε να σας σας ενημερώσουμε για τα δικαιώματά σας ως εμπορικός αντιπρόσωπος, ως διανομέας ή ως δικαιοδόχος και να σας υποστηρίξουμε στην διεκδίκηση των δικαιωμάτων σας στα πλαίσια της συνεργασίας.  

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το δικαίωμα αποζημίωσης πελατείας που έχει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, ο αποκλειστικός διανομέας και ο δικαιοδόχος μετά την λήξη της σύμβασης.  

Ο δικηγόρος Στέφανος Οικονόμου έχει χειριστεί πλήθος τέτοιων υποθέσεων και έχει μεγάλη εμπειρία σε διαπραγματεύσεις για την σύναψη σχετικών συμβάσεων και για την εκπροσώπηση σε σχετικές δικαστικές υποθέσεις.